Η «Συμφωνία της Μάλτας» μπορεί να είναι ένα πρώτο βήμα προς την αποδοχή ενός επώδυνου συμβιβασμού, αλλά ο δρόμος μέχρι την τελική συμφωνία είναι μακρύς ακόμη και οπωσδήποτε δεν θα είναι στρωμένος με άνθη.

Πέρα από τις εσωκομματικές αντιδράσεις, που για πρώτη φορά πήραν τη μορφή μιας συγκροτημένης και συγκεκριμένης διαφωνίας με τους χειρισμούς της κυβέρνησης, υπάρχουν αρκετά ανοιχτά θέματα που η διευκρίνισή τους δεν είναι απλή υπόθεση. Το πιο σημαντικό βέβαια είναι ποιοι θα πληρώσουν και πόσο τον λογαριασμό των 3,6 δισ. ευρώ.

Είναι άγνωστο επίσης για πόσο καιρό θα είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε υψηλά πλεονάσματα, ενώ το σκηνικό επίσης στο θέμα του χρέους δεν φαίνεται να εξελίσσεται με τους καλύτερους οιωνούς, παρά τις… απειλές και τα ευχολόγια του κ. Τσίπρα, του «πλέον πρόθυμου να υπογράψει όλα τα μέτρα», κατά πώς είπε και ο  πολιτικός του φίλος Πιέρ Μοσκοβισί. Πάντως, όποιος περιμένει ότι κάποιοι «αντάρτες» του ΣΥΡΙΖΑ ή των ΑΝΕΛ θα καταψηφίσουν στη Βουλή τα μέτρα, θα μείνει με την προσμονή.

H αξιολόγηση έκλεισε, όπως έκλεισε,  τα μέτρα που θα έρθουν στη Βουλή, και από τα οποία «σταυρώνονται» αι γενεαί πάσαι, θα ψηφιστούν «πριν αλέκτορα  φωνήσαι» και  μετά το Πάσχα θα μπούμε στη νέα φάση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τις επόμενες εκλογές (τέλη του 2018, ίσως και το 2019).

Στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν αποφασίσει ότι θα περάσουν τα μέτρα από τη Βουλή με κάθε κόστος, όποια κι αν είναι η τελική συμφωνία. Και το πιθανότερο είναι πως στο τέλος θα εμφανιστούν «μπετόν» απέναντι στον κίνδυνο να χάσουν την εξουσία. Ακόμη και αν η επόμενη καλύτερη επιλογή που θα έχουν είναι να προσπαθήσουν να τη μοιραστούν, εμπορευόμενοι σενάρια ευρύτερων συναινέσεων, στα οποία θα διατηρούν τον έλεγχο.

Για όποιον γνωρίζει πάντως τις εσωτερικές ισορροπίες στον ΣΥΡΙΖΑ και τις ικανότητές του να αναπτύσσει αντανακλαστικά συσπείρωσης και αυτοπροστασίας μπροστά στις δυσκολίες, αυτήν τη στιγμή μετράει περισσότερο για την κυβέρνηση αν θα αποφύγει να ηττηθεί σε μία κατά μέτωπο αναμέτρηση με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, παρά αν θα αλλάξει ακόμη ένα ιδεολογικό πουκάμισο.

Στο παρελθόν είδαμε κυβερνήσεις να μην μπορούν να σταθούν όρθιες υπό την πίεση της εσωτερικής αμφισβήτησης. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ όμως, ούτε και τώρα, στα πολύ δύσκολα της διαπραγμάτευσης, που προηγήθηκε και των ιδεολογικών διλημμάτων, διαφαίνεται κάποιο σοβαρό πρόβλημα, που να μπορεί να θέσει σε δοκιμασία τη συνοχή και τη συνέχειά  στη διακυβέρνηση.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα πράγματα είναι εύκολα για τους 153 της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ούτε και για τους «53+», που απλώς κατέγραψαν τις διαφωνίες τους στην Κεντρική Επιτροπή. Μπορεί να αναδύονται όλο και συχνότερα στην επιφάνεια φυσαλίδες από την υποθαλάσσια αναταραχή, που προκαλούν οι εσωτερικές συγκρούσεις πρωτοκλασάτων στελεχών (π.χ. Φίλης, Σκουρλέτης), αλλά μέχρι εκεί. Κανείς δεν επιζητεί την πτώση της κυβέρνησης. Διαφωνούν ως προς την τακτική και τα εκάστοτε αφηγήματα, δημιουργούν εντάσεις μικρής κλίμακας, αλλά όποιος φαντάζεται κάτι περισσότερο και περιμένει ότι τα ρήγματα αυτά θα τους ωθήσουν να διαλυθούν, όπως τότε με την Αριστερή Πλατφόρμα, ή θα καταρρεύσουν εκ των έσω, μάλλον θα απογοητευτεί. Όπως θα απογοητευθεί και όποιος  από την «εδώ πλευρά» ονειρεύεται μια άνετη επικράτηση στις επόμενες εκλογές, όσο και μια εύκολη διακυβέρνηση.

Διαβάζοντας προσεκτικά  κανείς τη «Συμφωνία της Μάλτας», θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως, είτε από σύμπτωση είτε από σχέδιο, το πιθανότερο, η κυβέρνηση που θα αναδειχθεί από τις επόμενες εκλογές θα βρεθεί από την πρώτη μέρα σε ένα ναρκοπέδιο, που  με μαεστρία έστησε η «πρώτη φορά Αριστερά».

Οι εκλογές, προφανώς, θα γίνουν προς το τέλος του 2018 ή στις αρχές του 2019, πριν εφαρμοσθούν οι νέες περικοπές που συμφωνήθηκαν στις συντάξεις. Η νέα κυβέρνηση θα τις χρεωθεί και ταυτόχρονα πρέπει να λύσει και το πρόβλημα των συλλογικών συμβάσεων. Η «Συμφωνία της Μάλτας» προβλέπει ότι το ζήτημα θα επανεξετασθεί μετά το τέλος του προγράμματος, άρα η «καυτή πατάτα» θα βρεθεί στα χέρια μιας άλλης κυβέρνησης, με τον ΣΥΡΙΖΑ πιθανότατα στον …δρόμο. Αλλά το 2019 θα είναι και μια βαριά χρονιά από πλευράς δόσεων (20 δισ.) που πρέπει να καταβάλει το ελληνικό κράτος. Αν μέχρι τότε δεν έχουμε βγει –κανονικά και όχι δοκιμαστικά– στις αγορές, ο σκόπελος θα είναι μεγάλος και τα διαπραγματευτικά περιθώρια μικρά.

Το σημαντικότερο όμως, τον Μάρτιο του 2020 η Βουλή πρέπει να εκλέξει νέο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Το πιθανότερο είναι ο ΣΥΡΙΖΑ να μη συμφωνήσει στην επανεκλογή ακόμη και του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας, προκειμένου να προκαλέσει μία ακόμη εκλογική αναμέτρηση. Η μεγάλη παγίδα του νέου εκλογικού νόμου στήθηκε αριστοτεχνικά, έτσι ώστε να μην μπορεί ο επόμενος πρωθυπουργός να χρησιμοποιήσει το παραδοσιακό «όπλο» των διπλών εκλογών.

Ο κατακερματισμός και το πολιτικό χάος θα περιμένουν πιθανότατα στη γωνία. Το ευρωπαϊκό μέτωπο κομμάτων της αντιπολίτευσης που ετοιμάζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να άραγε είναι το μεγάλο «αντίμετρο»;

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε εκτάκτως την Παρασκευή 14/4