Η εικόνα κατάρρευσης που, τουλάχιστον βάσει των δημοσκοπήσεων, εμφανίζει το κυβερνητικό σχήμα και η όλο και πιο απομακρυσμένη ημερομηνία για την αξιολόγηση και την επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές μας φέρνουν πιο κοντά σε πρόωρες εκλογές, όπως πιστεύει ένα μέρος της αντιπολίτευσης; Ή συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο, κατά πώς υποστηρίζουν ο ίδιος ο πρωθυπουργός και ανώτερα κυβερνητικά στελέχη;

Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν πολιτικοί αναλυτές και με βάση τα σημερινά δεδομένα είναι ότι όσο καταρρέει ο ΣΥΡΙΖΑ, όσο οι εκλογικές του επιδόσεις διατηρούνται σε ιδιαίτερα αρνητικά επίπεδα και διευρύνεται η ψαλίδα από τη ΝΔ, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες για εκλογές σε σύντομο χρόνο.

Οι κ.κ. Τσίπρας και Καμμένος (και οι κοινοβουλευτικές τους ομάδες) δεν θα οδηγηθούν έτσι εύκολα σε ένα πολιτικό στραπάτσο. Και αντικειμενικά, δεν έχουν λόγο για να το κάνουν. Με την ολοκλήρωση της αξιολόγησης, ελπίζουν (και η ελπίδα όπως είναι γνωστό πεθαίνει τελευταία) πως θα κερδίσουν πολιτικό χρόνο, ικανό να βελτιώσει την επιρροή τους στην κοινωνία.

Κάτι τέτοιο θέλει να πιστεύει μάλιστα ο πρωθυπουργός, όπως ο ίδιος το περιέγραψε με μήνυμά του στο διαδίκτυο, στον γνωστό «διάλογο» που είχε με τον κ. Μητσοτάκη μετά την ιστορική πρόκριση της Μπάρτσα. Βέβαια, θαύματα στην εποχή μας δύσκολα γίνονται και βάσει των σημερινών δεδομένων, ο ΣΥΡΙΖΑ μάλλον είναι απίθανο να γίνει… Μπάρτσα. Εκτός και αν με έναν μαγικό τρόπο εμφανίσει μέχρι τις επόμενες εκλογές, όποτε και αν αυτές διεξαχθούν, ένα άλλο πρόσωπο διαχείρισης της εξουσίας, εντελώς διαφορετικό από αυτό που μέχρι τώρα έχει παρουσιάσει.

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ως γνωστόν, ψηφίστηκε από μεγάλες αριθμητικά ομάδες του πληθυσμού, όχι επειδή αυτές μ’ έναν ξαφνικό και μαγικό τρόπο διάβασαν Μαρξ και Ένγκελς και υιοθέτησαν πολλές προσεγγίσεις της Αριστεράς. Κατά βάση ψηφίστηκε από ανθρώπους που περίμεναν μια διαφορετική διαχείριση της εξουσίας και του δημόσιου χρήματος από εκείνη που είδαμε μεταπολιτευτικά. Ψηφίστηκε και γι’ αυτό, εκτός δηλαδή από τις ανεδαφικές υποσχέσεις που έδινε για κατάργηση των μνημονίων μ’ έναν νόμο.

Φρόντισε ωστόσο μέσα σε ελάχιστο πολιτικό χρόνο να τους διαψεύσει σχεδόν όλους. Και το έκανε από τις πρώτες ημέρες, από τότε που έδειξε τα πρώτα δείγματα γραφής, ακολουθώντας πρακτικές της κακής πλευράς πολιτικών σχηματισμών της Μεταπολίτευσης.

Άρχισαν να διορίζουν αδέλφια και ξαδέλφια στέλνοντας ένα μήνυμα προς όλα τα κυβερνητικά και κομματικά στελέχη ότι μπορούν να τους μιμηθούν. Όπως και το έκαναν. Διόριζαν όλοι συγγενείς και κομματικούς φίλους, διόριζαν μετακλητούς (τους οποίους θα καταργούσαν), έδιναν αυξήσεις σε ημέτερους, έδιναν έργα σε ημέτερους εργολάβους, με δυο λόγια αναπαρήγαγαν όλες τις παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Δύο χρόνια τώρα δεν διαψεύδουν απλώς τις απατηλές ελπίδες που καλλιεργούσαν, αλλά καταστρέφουν με την αδράνεια και τις ιδεοληψίες τους όποια πιθανότητα υπήρχε να βγούμε επιτέλους από τον φαύλο κύκλο που βρισκόμαστε.

Ύστερα από σχεδόν οκτώ χρόνια κρίσης και µιζέριας, κάπως θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι δεν πάς πουθενά, αν δεν απαλλαγείς από τις ιδεοληψίες σου. Ότι µε µια οικονομία κλινικά νεκρή δεν συμπεριφέρεσαι ως «νεόπλουτος». Δεν υπόσχεσαι «λαγούς με πετραχήλια», δεν ακολουθείς λαϊκίστικους τακτικισμούς.

Με την οικονομία στην εντατική και την κοινωνία σε απόγνωση, δεν μπορεί να συνεχίζεις τη διαπραγμάτευση προκειμένου να πετύχεις ακόμα ένα… πακέτο φόρων. Δεν μπορεί να οδηγείς με την πολιτική σου στη φτωχοποίηση όλο και περισσοτέρων Ελλήνων και στην ισοπέδωση όλων προς τα κάτω, όταν παραπάνω από το 50% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αμείβεται με μισθούς κάτω των 800 ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η ΓΣΕΕ, και με το μεγαλύτερο μάλιστα μέρος από αυτούς να μην ξεπερνά τα 500 ευρώ.

Η χώρα βουλιάζει κι αυτοί επιμένουν να παριστάνουν τους κήνσορες της Ευρώπης, τους θεματοφύλακες του σοσιαλισμού, τους προστάτες των αδικημένων και επιμένουν να συντηρούν µε κάθε θεμιτό και αθέμιτο µέσο τον μύθο τους. Κάποτε ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θα πάψουν να κυβερνούν.

Ας φροντίσουν τουλάχιστον η παρακαταθήκη που θα έχουν αφήσει να μην έχει μόνο αρνητικές παρενέργειες.

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 18/3