Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη πληθωριστική πίεση των τελευταίων τριών ετών. Στο 5% εκτοξεύτηκε ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Μάιο, έναντι 4,6% τον Απρίλιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσίευσε η Eurostat. Στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,2% έναντι 3% τον Απρίλιο. Στο 2,3% από 2,1% επιταχύνθηκε ο δομικός πληθωρισμός, ο οποίος εξαιρεί τις ευμετάβλητες τιμές της ενέργειας και των μη επεξεργασμένων τροφίμων.
- του Βασίλη Κορκίδη-Πρόεδρος ΕΒΕΠ
Ο πληθωρισμός επηρεάζει σημαντικά τη λειτουργία της αγοράς, τη συμπεριφορά των καταναλωτών και τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων. Η διατήρηση του πληθωρισμού σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για την ελληνική οικονομία, καθώς επηρεάζει τόσο την πλευρά της ζήτησης όσο και την πλευρά της προσφοράς. Η ελληνική αγορά καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον, όπου το κόστος παραγωγής, μεταφοράς, ενέργειας και χρηματοδότησης παραμένει αυξημένο, ενώ ταυτόχρονα η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών εξακολουθεί να πιέζεται.
Η πρώτη και πιο άμεση επίδραση του πληθωρισμού αφορά τη μείωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών. Παρά τις αυξήσεις μισθών και τις κυβερνητικές παρεμβάσεις στήριξης του εισοδήματος, οι ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού. Οι καταναλωτές εμφανίζονται πλέον περισσότερο προσεκτικοί στις αγορές τους, συγκρίνουν τιμές, αναζητούν προσφορές και μετακινούνται προς οικονομικότερες επιλογές. Το φαινόμενο αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα τρόφιμα, στην ένδυση, στα είδη οικιακού εξοπλισμού και στις υπηρεσίες εστίασης.
Για τις επιχειρήσεις, ο πληθωρισμός δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα μειωμένης κατανάλωσης, αλλά και ρευστότητας εξαιτίας του αυξημένου λειτουργικού κόστους. Το ενεργειακό κόστος, οι πρώτες ύλες, τα μεταφορικά, οι ασφαλιστικές εισφορές και το κόστος των εισαγωγών έχουν αυξηθεί σημαντικά. Παράλληλα, η αύξηση των επιτοκίων που εφαρμόζεται διεθνώς ως μέσο αντιμετώπισης του πληθωρισμού θα αυξήσει το euribor και συνεπώς το κόστος του χρήματος. Η ΕΚΤ έχει προεξοφλήσει αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο, ενώ επισημαίνει ότι οι προβλέψεις ενσωματώνουν υψηλότερο πληθωρισμό με επιδράσεις στις τιμές, που αναμένεται να διαρκέσουν περισσότερο, ακόμη και όταν οι αρχικές ενεργειακές πιέσεις αρχίσουν να υποχωρούν.
Η μεταβολή της καταναλωτικής συμπεριφοράς οδηγεί σε μια αγορά «δύο ταχυτήτων». Από τη μια πλευρά ενισχύονται οι μεγάλες αλυσίδες λιανικής που διαθέτουν ισχυρή διαπραγματευτική δύναμη και οικονομίες κλίμακας, ενώ από την άλλη οι μικρότερες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στη διατήρηση των πωλήσεών τους και είναι εκείνες που δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις. Σε πολλές περιπτώσεις αδυνατούν να μετακυλίσουν πλήρως τις αυξήσεις κόστους στις τελικές τιμές, καθώς κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε απώλεια πελατών και μείωση του κύκλου εργασιών τους.
Αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους και η αύξηση του κινδύνου δημιουργίας νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά και προς το Δημόσιο και τις τράπεζες. Ο εμπορικός κόσμος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των πληθωριστικών πιέσεων. Οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις απαιτήσεις των προμηθευτών για υψηλότερες τιμές και στην περιορισμένη δυνατότητα των καταναλωτών να απορροφήσουν νέες ανατιμήσεις.
Ταυτόχρονα, η αβεβαιότητα για την εξέλιξη του κόστους δημιουργεί δυσκολίες στον προγραμματισμό αποθεμάτων και επενδύσεων. Πολλές επιχειρήσεις επιλέγουν να διατηρούν χαμηλότερα αποθέματα, γεγονός που περιορίζει τις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης αλλά αυξάνει την ευαισθησία τους σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Παράλληλα, η άνοδος των τιμών έχει μεταβάλει και τη σύνθεση της καταναλωτικής δαπάνης. Τα νοικοκυριά κατευθύνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε ανελαστικές δαπάνες, όπως τρόφιμα, ενέργεια και στέγαση, μειώνοντας τις αγορές διαρκών καταναλωτικών αγαθών.
Ιδιαίτερη σημασία αποκτά πλέον ο λεγόμενος «πληθωρισμός υπηρεσιών». Ενώ οι διεθνείς τιμές ενέργειας και πρώτων υλών έχουν σταθεροποιηθεί σε σχέση με τα επίπεδα της κρίσης, οι αυξήσεις σε τομείς όπως ο τουρισμός, η εστίαση, οι μεταφορές και η στέγαση παραμένουν έντονες. Αυτό σημαίνει ότι ο πληθωρισμός αποκτά περισσότερο εγχώρια χαρακτηριστικά και συνδέεται άμεσα με το κόστος εργασίας, τη ζήτηση και τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται για μια εξέλιξη που απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, καθώς τείνει να έχει μεγαλύτερη διάρκεια και να είναι δυσκολότερο να αντιμετωπιστεί.
Παρά τις δυσκολίες, η ελληνική οικονομία εμφανίζει αντοχές. Η αύξηση της απασχόλησης, η ενίσχυση των επενδύσεων, η ανάπτυξη του τουρισμού και η βελτίωση των εξαγωγικών επιδόσεων λειτουργούν ως παράγοντες σταθερότητας. Ωστόσο, για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού δεν αρκεί η αντοχή από μόνη της. Το ζητούμενο είναι η ενίσχυση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών, η μείωση του μη μισθολογικού κόστους για τις επιχειρήσεις και η βελτίωση της παραγωγικότητας της οικονομίας.
Για την ελληνική αγορά, η επόμενη περίοδος θα κριθεί από την ικανότητα των επιχειρήσεων και της πολιτείας να προσαρμοστούν σε ένα περιβάλλον όπου οι τιμές μπορεί να αυξάνονται με βραδύτερο ρυθμό, αλλά δύσκολα θα επιστρέψουν στα επίπεδα προ της κρίσης. Η ανταγωνιστικότητα, η ψηφιοποίηση, η καινοτομία και η πρόσβαση σε χρηματοδότηση θα αποτελέσουν τους βασικούς πυλώνες για την αντιμετώπιση των επιδράσεων και την προσαρμογή της αγοράς απέναντι στις νέες πληθωριστικές προκλήσεις.

