
Παύλος Βρέλλης: Αυτός που πίστευε ακόμα στην Ελλάδα, που ποτέ δεν ξέχασε, που για πάντα "έφυγε"!
Γράφει η Νόρα Ράλλη - noraralli@hotmail.com
«Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη θρησκεία μου, τη γλώσσα μου και την εθνικότητά μου, για να είμαι χριστιανός και να λέγομαι Ελληνας!»
Από τους λίγους πραγματικούς δημιουργούς που υπέγραφε ο ίδιος όχι μόνο τα έργα, αλλά και τα λόγια του. Μιλούσε για τη ζωή του, την αγάπη του για την Ελλάδα και την ιστορία της, μιλούσε για τον ίδιο, για τις ανησυχίες και τις ευαισθησίες του και ποτέ δεν χρειάστηκε κανείς να τον «διακόψει» - εκτός από τη ζωή την ίδια. Και αυτό γιατί ο διάσημος γλύπτης και ιδρυτής του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας, Παύλος Βρέλλης, έφυγε -σε ηλικία 87 ετών- πριν από λίγες ημέρες, αφήνοντας πίσω του μια τεράστια προίκα και, φυσικά, μια βαριά κληρονομιά.
Την ιστορία του την έγραψε μόνος. Αλλά, μόνος (αν)έστησε και την ιστορία όλων των Ελλήνων. Στο μουσείο του, ο επισκέπτης έρχεται σε επαφή με την ιστορία, μέσα από τα κέρινα ομοιώματα των ξακουστών, αλλά και των αφανών ηρώων, οι οποίοι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο τόσο στη δημιουργία του ελληνικού κράτους, όσο και μετέπειτα: από την προεπαναστατική περίοδο έως και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ουσιαστικά, βλέπει να ξαναζωντανεύει μπροστά του και μαθαίνει σε βάθος (καθώς η εικόνα εντυπώνεται στη μνήμη) τη νεότερη ιστορία μας. Πόσο σημαντικό είναι αυτό; Πόσο περισσότερο από «κάποιο» έκθεμα; Πόσο πανέμορφο και πόσο μοναδικό;... Θα χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ίδιου του καλλιτέχνη ως απάντηση: «Η αγάπη και η λατρεία που είχα, από μικρό παιδί, στους ήρωες της προεπανάστασης και της Επανάστασης του 1821 έγινε αγάπη και θαυμασμός για τους μετέπειτα ήρωες. Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπεινώθηκαν... για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερο, χωρίς σκλαβιά». Τόσο απλό, τόσο αληθινό. Ακριβώς όπως και ο ίδιος ο καλλιτέχνης. Η απλότητα και η αλήθεια σε όλο της το ελληνικό μεγαλείο.
Ο ίδιος...
Ενα και μόνο γεγονός αρκεί για να φανερώσει το ακέραιο του χαρακτήρα του. Εχετε βρει πολλές φορές άνθρωπο που ό,τι λέει το εννοεί και το κάνει και πράξη; Ε, όταν ο Παύλος Βρέλλης έκανε την πρώτη του επαγγελματική δουλειά στη γλυπτική, επαινώντας τον για την προτομή που του ετοίμασε, ο Σπ. Βλάχος του προσέφερε ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό για αμοιβή. Εκείνος το αρνήθηκε, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι: «δεν θέλω να αρχίσω την καριέρα μου με χρήματα». Γιατί, όμως; Ποιο θα ήταν το κακό; Το κακό θα ήταν πως, αν ξεκινούσε έτσι, έτσι μόνο θα συνέχιζε - και ο Π. Βρέλλης ήταν άνθρωπος του καθήκοντος και της αφοσίωσης, όχι των χρημάτων. Ηταν ενάρετος. Με όλη τη χαμένη σημασία της λέξης. Και ενάρετα δημιουργικός. Εξάλλου, πάντοτε πίστευε ότι: «Πλούσιος δεν είναι αυτός που έχει χρήματα, αλλά αυτός που προσφέρει. Και εγώ είμαι πλούσιος, γιατί κατάφερα και προσέφερα στον Ελληνα τούτο το έργο». Η προσφορά του ανεκτίμητη. Το έργο του ανεπανάληπτο. Η ζωή του παράδειγμα. Το ταξίδι του τεράστια απώλεια...
Καλλιτέχνης από παιδί
 Γεννημένος στα Γιάννενα στις 25/3/1923, ορφάνεψε σε ηλικία 4 ετών από μητέρα. Εννέα χρόνια αργότερα χάνεται και ο πατέρας του. Η θεία του, Σοφία Παραμυθιώτη, αδερφή της μητέρας του, τον μεγαλώνει και τον σπουδάζει. Ο ρόλος της, τόσο ως παιδαγωγού όσο και ως παρουσίας με σπουδαία καλλιτεχνική αγωγή, τον επηρεάζει βαθύτατα. Το έργο της δύσκολο. Οχι μόνο επειδή ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος άφησε έντονα τα σημάδια του, αλλά επειδή ο Παύλος είναι ο μόνος ζωντανός από τους ανιψιούς της. Η καλλιτεχνική του πλευρά είχε αρχίσει ήδη να διαφαίνεται από την παιδική του ηλικία, όταν είχε ζωγραφίσει ή σμιλέψει σε ξύλο ή πέτρα αγαπημένους του ήρωες. Η άλλη του πλευρά, όμως, ήταν αυτή που στάθηκε η αιτία να προχωρήσει μπροστά στη ζωή. Ο ζωντανός του χαρακτήρας και η αγάπη του για δράση και ανακαλύψεις τον κράτησαν ζωντανό πνευματικά όταν -έφηβο πια- τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την περίοδο της Κατοχής, χρησιμοποιώντας τον μαζί με άλλα παιδιά για να καθαρίζει απομεινάρια πολεμικού υλικού που δεν είχε εκραγεί... Εχοντας ζήσει ως μελλοθάνατος, σκάλιζε στη φυλακή απλά αντικείμενα σε ξύλο, περίμενε τις τελευταίες του στιγμές, είδε φίλους να χάνονται για πάντα, αποτύπωνε μορφές συγκρατουμένων του, με διαφορετική πια ενόραση. Αρχισε να έχει τις πρώτες πνευματικές ανησυχίες του, οι οποίες τώρα πια δεν βασίζονταν απλά σε μια παρόρμηση για εξερεύνηση, αλλά σε μια ανάγκη για έκφραση, μέσα από αυτά που ένιωθε ότι τον αντιπροσώπευαν περισσότερο. Μετά από επιθυμία και προτροπές της θείας του, θα τον δούμε το 1945, να μπαίνει στη Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και να αποφοιτά το 1947. Σε ηλικία 23 χρονών (πριν μπει στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών), καταπιάνεται με τη δημιουργία προτομών. Ετσι απέκτησε μικρή πείρα σε προτομές, με τις λίγες γνώσεις ανατομίας και οστεολογίας που έγιναν κτήμα του ύστερα από πολλούς κόπους. Η παρατηρητικότητά του και η αγάπη για το αντικείμενο αυτό, καθώς και η πίστη του στην τέχνη και στη ζωή ήταν οι κινητήριες δυνάμεις του. Μετά από επιθυμία του ίδιου, τον βρίσκουμε σπουδαστή της Α.Σ.Κ.Τ., το 1949. Δυστυχώς όμως, η θητεία του στον στρατό την περίοδο του Εμφύλιου πολέμου όχι μόνο τον σημαδεύει ψυχικά, αλλά τον φέρνει πίσω σε όλη την πορεία, που είχε αρχίσει με τόσον κόπο να χαράζει.
Από τον πηλό, στη ζωγραφική και την χαρακτική
Ως καλλιτέχνης-δημιουργός, αρχίζει να εξερευνά διάφορα μονοπάτια. Δημιουργεί με πρώτη ύλη πηλό και πατίνες δικές του, φρούτα που δεν απέχουν σχεδόν καθόλου σε εμφάνιση από τα φυσικά, σκιτσάρει οτιδήποτε τον ενδιαφέρει, δοκιμάζεται στη ζωγραφική και στη χαρακτική, παίρνοντας εγκωμιαστικές κριτικές από καθηγητές της Α.Σ.Κ.Τ., που ήθελαν να τον κρατήσουν στις τάξεις τους. Παράλληλα, διδάσκεται Καλλιτεχνική Ανατομία από τον Αποστολάκη (πάνω σε πτώματα, όπως και οι φοιτητές της Ιατρικής) και, όπως μας λέει, αυτή η γνώση αποτέλεσε την «ορθογραφία της δουλειάς του». Διδάχθηκε Ιστορία της Τέχνης από τον Παντελή Πρεβελάκη, ο οποίος ήταν και ο φορέας της πρότασης που του έκανε ο σπουδαίος Αγγλος γλύπτης Henry Moore να γίνει επιμελητής του. Η απάντηση ήταν ότι, αφού «κάτω από μεγάλο δέντρο δεν φυτρώνει τίποτε», θα ήθελε να γίνει αυτόνομη μονάδα και να αποτελέσει ο ίδιος, με το έργο του, σημείο αναφοράς. Το 1954 αποφοιτά από τη σχολή του με Θεωρητικό και Πρακτικό Πτυχίο. Είναι τώρα πια ο πρώτος Ηπειρώτης που κατάφερε να περάσει στη σχολή αυτή και ο πρώτος Ηπειρώτης που αποφοιτεί από αυτή, με τέτοια εφόδια. Δεν σταματά εκεί τις σπουδές του. Με υποτροφία, παρακολουθεί μαθήματα στη Φλωρεντία και στη Ραβέννα. Από τις πιο σπουδαίες εμπειρίες του ήταν η ανάθεση της συντήρησης τμημάτων του Μουσείου Ακροπόλεως από τον Ιερό Βράχο, κάτι που τον τιμούσε ιδιαίτερα και τον συγκινούσε.
Δυσκολίες
Ο ίδιος δούλεψε, μετέπειτα, για 3 περίπου χρόνια και στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Οι προβληματισμοί του για το σύστημα εκπαίδευσης τον οδηγούν στο να καταρτίσει και να εισηγηθεί καινούργια προγράμματα μαθημάτων, με συγκεκριμένη παιδαγωγική μέθοδο, τα οποία εφαρμόζονται πρώτα στο Τζάνειο Πειραματικό Γυμνάσιο του Πειραιά, όπου δίδαξε επί χρόνια με επιτυχία. Ενδεικτικό της παρουσίας του αυτής είναι οι ξεναγήσεις που έκανε στους μαθητές σε αρχαιολογικούς χώρους (Βράχος Ακρόπολης, Αρχαιολογικό Μουσείο, Κεραμεικός), θεωρώντας ότι αποτελούν οργανικό (άρα και αναπόσπαστο) κομμάτι της παιδείας, που θα πρέπει να δίνεται. Παντρεύεται την - επί χρόνια αγαπημένη του - Μαρία Γιαννίση το 1962 και μεταφέρει τη ζωή και τις δραστηριότητές του στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Η ζωή για ένα γλύπτη στην επαρχία είναι πιο σκληρή απ' ό,τι περιμένει. Μπορεί αρκετά έργα του να βρίσκονται τοποθετημένα σήμερα σε όλη την Ηπειρο, όμως αυτά είναι κυρίως προτομές ή ηρώα. Οι δημιουργίες ενός ανθρώπου που ασχολείται με έργα πρωτοποριακής σύλληψης και σύγχρονου χαρακτήρα δεν ευδοκιμούν στο «ηπειρωτικό» κλίμα. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει να παίρνει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις γλυπτικής στην Ελλάδα. Εργάζεται όμως, κυρίως, ως καθηγητής Τεχνικών σε γυμνάσια και λύκεια. Ανακαλύπτει τις αδυναμίες του συστήματος της εκπαίδευσης και προετοιμάζει κατάλληλα, με τα μαθήματά του αυτά, μελλοντικούς υποψηφίους Αρχιτεκτονικής. Αποκτά δυο παιδιά, τον Κωνσταντίνο (1966) και την Αννα (1970).
Η έκθεση
Το 1975, σαν πείραμα, διάλεξε να εκθέσει το πρώτο θέμα που δημιούργησε, το «Κρυφό Σχολειό». Μεταμόρφωσε έναν χώρο έτσι, ώστε ο επισκέπτης να γίνεται υποκείμενό του (άρα και της ιστορίας που αναπαριστά). Τον ζωντάνεψε, δημιουργώντας ανθρώπινες μορφές από κερί, οι οποίες έχουν και το ρόλο των πρωταγωνιστών. Το 1983 (60 χρονών τότε), αγοράζει με το εφάπαξ του έναν χώρο 17 στρεμμάτων, στο χωριό Μπιζάνι. Χάραξε δρόμους και πλατείες. Διαμόρφωσε τον εξωτερικό χώρο, ώστε να μη δημιουργεί «οπτική μόλυνση» στο περιβάλλον. Τον πλούτισε, φυτεύοντας πάμπολλα δέντρα. Τέλος, έδωσε ο ίδιος μορφή αστικής φρουριακής αρχιτεκτονικής της ενδοχώρας της Ηπείρου κατά τον 18ο αιώνα, στο κτήριο που θα στέγαζε το καινούριο του μουσείο, με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση. Στο ίδιο το κυρίως κτήριο διαιρεί το εσωτερικό με ανάλογα επίπεδα και δημιουργεί έτσι έναν χώρο απολύτως μοναδικό. Αποδεσμευμένος από τις γνωστές «αίθουσες-βιτρίνες», διαμορφώνει τον εσωτερικό αυτό χώρο, προσπαθώντας να φτιάξει ποικίλα σκηνικά, που θα ενσωματώνουν τα ομοιώματά του. Ολα τους, παρμένα από την ελληνική ιστορία. Το μουσείο αυτό αρχίζει να δέχεται επισκέπτες στις 31/7/1995 και τα σχόλια που εισπράττει ο καλλιτέχνης για το έργο του τον δικαιώνουν για την προσπάθεια τόσων χρόνων χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας.
Ανθρώπινη παλέτα χρωμάτων!
Το να γράψει κανείς για τον Παύλο Βρέλλη και το έργο του είναι κάτι που προκαλεί δέος. Γιατί ο Παύλος Βρέλλης, ο Πατριάρχης και Νέστορας της γλυπτικής δημιουργίας, είναι από τα πρόσωπα εκείνα που ο Σβορώνος χαρακτήριζε ιερά. Από τις μορφές που κάποιος άλλος ονόμαζε μνημεία. Μνημεία για το μυαλό τους, για τη δράση τους, το πάθος τους, την πίστη τους, κι ακόμα για τη βιολογική τους ζωτικότητα. Με απλά λόγια, η περίπτωση Βρέλλη, όπως παλιό¬τερα του Σκαλκώτα και πιο μπροστά του Χαλεπά, πρέπει να θέσει τη συνείδη¬ση μας σε λειτουργία και να μας κά¬νει επιτέλους να εννοήσουμε πως ένας λαός, όσο προικισμένος και έξυπνος κι αν είναι, δεν δικαιούται να υπερηφα¬νεύεται για το χθες, αν δεν ξέρει να ε¬κτιμά το σήμερα. |