Άρθρα

Άρθρο-παρέμβαση του Καθηγητή Διονύση Χιόνη: Τα οικονομικά του λαϊκισμού και η ανάγκη επανίδρυσης της Δημόσιας Διοίκησης

O ρόλος του κράτους στις προηγμένες οικονομίες της αγοράς και το συνακόλουθο πρόβλημα της κατάλληλης δημόσιας πολιτικής παραμένει επίκαιρο και αναφέρεται τόσο στις ανεπτυγμένες οικονομίες όσο και στις οικονομίες που πλήττονται από την κρίση.

Στην Ελλάδα, η θέση της Δημόσιας Διοίκησης και των δημοσίων υπαλλήλων επαναπροσδιορίσθηκε την περίοδο των μνημονίων κάτω από το πρίσμα της δημοσιονομικής περιστολής. Από το 2010 και μετά, εκτός από τη σημαντική και οριζόντια μείωση των αμοιβών, είχαμε παράλληλα και μείωση του προσωπικού καθώς και μηδενισμό των κινήτρων. Τα αποτελέσματα όλων αυτών των πολιτικών είναι πλέον εμφανή και σχετίζονται με την έλλειψη τεχνογνωσίας και έμπειρου δυναμικού που θα μπορέσει να οδηγήσει την ελληνική οικονομία στη μετα-μνημόνιο εποχή. Δέκα χρόνια μετά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαμορφωμένη κατάσταση όπου η Δημόσια Διοίκηση καλείται να ανταποκριθεί σε ένα δύσκολο έργο που αφορά τη μετάβαση στην εποχή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στις ιδιωτικοποιήσεις, στην ενίσχυση του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, στον ελεγκτικό ρόλο και στην αναβάθμιση των δημοσίων αγαθών. Επιπλέον η Δημόσια Διοίκηση χρειάζεται να επανακαθορίσει τον ρόλο της στη διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου και του παραγόμενου προϊόντος και να στηρίξει την αποκεντρωμένη λειτουργία ενός υπερσυγκεντρωτικού συστήματος.

Δεδομένου του καταλυτικού ρόλου της Δημόσιας Διοίκησης στη λειτουργία των θεσμών και στη διαμόρφωση του εθνικού προϊόντος, το αμέσως επόμενο ερώτημα που προκύπτει είναι αν δύναται η Δημόσια Διοίκηση με τη σημερινή της μορφή να ανταποκριθεί σ’ αυτό το τιτάνιο έργο μετά τη μνημονιακή αποδιάρθρωση και να συμβάλει στην έξοδο της οικονομίας από τη δεκαετή κρίση. Το βέβαιο είναι ότι η αναγκαία επανίδρυση της Διοίκησης δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με το σημερινό επίπεδο αμοιβών. Χρειάζεται όμως να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι αναφέροντας αντιπροσωπευτικά παραδείγματα αμοιβών στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα για να γίνει αντιληπτή η ανάγκη αναβάθμισης. Ο επίκουρος καθηγητής καλείται να υπηρετήσει την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα αμειβόμενος με 1.400 ευρώ, με περιορισμένη ή και ανύπαρκτη δυνατότητα διάθεσης πόρων για έρευνα. Ο διευθυντής μεγάλης ΔΟΥ ή φορέα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής λαμβάνει 1.800 ευρώ προκειμένου να αντιμετωπίσει με αποτελεσματικότητα τη φοροδιαφυγή. Ο ιατρός επιμελητής λαμβάνει 1.600 ευρώ για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες. Τέλος, ο γενικός γραμματέας λαμβάνει ως καθαρή αμοιβή 3.500 ευρώ με εξαιρετικά περιορισμένες δυνατότητες συνεργασιών και μηχανισμού υποστήριξης.

Σήμερα δεν μπορεί ο δημόσιος τομέας να προσελκύσει στελέχη με μεταπτυχιακές σπουδές όταν το επίδομα διδακτορικών σπουδών ανέρχεται στα 150 ευρώ. Αναμφισβήτητα αποτελεί μια πραγματικότητα ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι αμοιβές στον δημόσιο τομέα υπολείπονται των αντίστοιχων του ιδιωτικού τομέα. Και αυτή η διαφοροποίηση είναι πιο εμφανής στους τομείς των στελεχών. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης στην Ευρώπη των 28*, η Ελλάδα είναι η χώρα με τις μεγαλύτερες μισθολογικές διαφοροποιήσεις σε βάρος των στελεχών του δημόσιου τομέα. Αντίθετα, οι αμοιβές του κατώτερου προσωπικού στον δημόσιο τομέα είναι χειρότερες από τις αντίστοιχες του ιδιωτικού. Το αρχικό συμπέρασμα των παραπάνω στοιχείων είναι ότι επιλέξαμε έναν δημόσιο τομέα ο οποίος μπορεί να προσφέρει απασχόληση αλλά δεν μπορεί να είναι επιτελικός ούτε αποτελεσματικός. Το παράλογο είναι ότι ταυτόχρονα καταγράφεται μια δεδομένη απαίτηση για την αναβάθμιση του επιτελικού και εποπτικού ρόλου της Δημόσιας Διοίκησης αλλά και για τη βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων αγαθών (υγεία, παιδεία, πρόνοια).

Το περίεργο είναι ότι ενώ όλα τα παραπάνω αποτελούν κοινό τόπο του μεγαλύτερου μέρους του πολιτικού φάσματος προσκρούουν σε μια εμπεδωμένη λαϊκιστική προσέγγιση που απεχθάνεται την αριστεία και την εισοδηματική διαφοροποίηση. Η φοβία της ανακίνησης του θέματος διαπερνά οριζόντια το σύνολο του πολιτικού συστήματος με αποτέλεσμα να παρατείνονται η αδράνεια και η κακοδιοίκηση. Αυτή η διαιώνιση συνεχίζει να προκαλεί κοινωνικές παθογένειες. Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η πολιτική των μεταρρυθμίσεων όπου σε πολλές περιπτώσεις οι μεταρρυθμίσεις έχουν συνέπειες διαμετρικά αντίθετες σε σχέση με αυτές που είχαν σχεδιαστεί. Μια άλλη διάσταση του αποτυχημένου μοντέλου των οριζόντιων περικοπών εντοπίζεται στον τρόπο με τον οποίο δημόσιοι υπάλληλοι σε κομβικές θέσεις επιδιώκουν τη χρήση της κυβερνητικής παρέμβασης και της εξουσιοδότησης που έχουν προκειμένου να δημιουργήσουν προσόδους για τους εαυτούς τους.

Στην οικονομική ιστορία δεν υπάρχουν περιπτώσεις χωρών που μπόρεσαν να ξεπεράσουν την κρίση χωρίς ισχυρή και αποτελεσματική Δημόσια Διοίκηση. Η παραπάνω διαπίστωση ίσχυσε ακόμα και σε περιπτώσεις όπου η συμμετοχή του δημόσιου τομέα στο ΑΕΠ ήταν αρκετά περιορισμένη. Οι οριζόντιες περικοπές υιοθετήθηκαν προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους δημοσιονομικούς στόχους αλλά και κοινωνικά κριτήρια. Έτσι μεταβήκαμε από το ένα άκρο των σπαταλών στη Δημόσια Διοίκηση και την επιβάρυνση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο άλλο άκρο. Αυτή η μετάβαση αποδείχτηκε μυωπική και κοντόφθαλμη. Διότι σε μακροχρόνιο επίπεδο η αναποτελεσματικότητα της Δημόσιας Διοίκησης έπληξε κατά κύριο λόγο τα μεσαία και χαμηλά εισοδηματικά κλιμάκια εγκλωβίζοντας την ελληνική οικονομία σε μια ατέρμονη κρίση.

Διονύσης Χιόνης

Καθηγητής Οικονομικών ΔΠΘ

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

*EUROPEAN COMMISSION (2017) «A comparative overview of public administration characteristics and performance in the EU28»

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε ...

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Κάντε κλικ στο εξώφυλλο και διαβάστε την τελευταία έκδοση της Εφημερίδας «Παρασκήνιο» σε μορφή PDF

NEWSLETTER

Focus-On


Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

Karfitsa