Ο ωφέλιμος χρόνος για την κυβέρνηση τελειώνει σίγουρα τον προσεχή Δεκέμβριο ή, το αργότερο, τον Ιανουάριο. Κι αυτό, γιατί μετά η χώρα θα εισέλθει σε καθαρή προεκλογική περίοδο (ανεξάρτητα αν οι εκλογές διεξαχθούν πρόωρα ή στο τέλος της κυβερνητικής θητείας) και όλα θα τελούν υπό το βάρος του εκλογικού κύκλου.

Άρα ό,τι έχει να κάνει ο κ. Τσίπρας θα πρέπει να το προσπαθήσει μέχρι τότε. Θα επιχειρήσει στο τρίμηνο Νοεμβρίου-Ιανουαρίου να κλείσει τις μεγάλες τρέχουσες εκκρεμότητες και ιδιαίτερα εκείνες που σχετίζονται με την οικονομία. Δηλαδή να κλείσει τους λογαριασμούς του τρέχοντος έτους, να οριστικοποιήσει το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος και να ξεκαθαρίσει τους προς διανομή διαθέσιμους πόρους, ιδιαίτερα τα επιδόματα αλληλεγγύης προς ενίσχυση των φτωχότερων νοικοκυριών.

Έχει επίσης δεσμευτεί ότι θα αποδώσει τα αναδρομικά σε ένστολους, δικαστικούς, γιατρούς του ΕΣΥ και πανεπιστημιακούς. Για τον σκοπό αυτόν αναμένεται να φέρει σχετικό νομοσχέδιο στη Βουλή. Ουσιαστικά μιλάμε για εισοδηματικές ενισχύσεις σε περίπου δύο εκατομμύρια νοικοκυριά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συνέχεια. Γιατί αυτό… όντως συνεπάγεται επιστροφές ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ, σε όλους όσοι δικαιούνται, βάσει δικαστικών αποφάσεων, αναδρομικά από ένα ασφαλιστικό σύστημα που δεν έχει και δεν μπορεί. Τώρα πώς έχει και πώς θα μπορέσει να υλοποιήσει και αυτή την υπόσχεσή της η κυβέρνηση είναι άλλη ιστορία.

Ωστόσο η μεγαλύτερη εκκρεμότητα σχετίζεται με την έγκριση του νέου Προϋπολογισμού για το 2019 , από τους στόχους και τη μορφή του οποίου θα κριθεί αν και πόσο θα περικοπούν οι συντάξεις. Έχει μάλιστα η κυβέρνηση εν πολλοίς στηρίξει την όποια εκλογική της επίδοση στη διατήρηση της ακεραιότητας των συντάξεων. Στον βαθμό, όμως, που αφαιρεθούν βαθμοί ελευθερίας στον χειρισμό των συντάξεων και επιπλέον απαιτηθούν επιβεβαιώσεις διατήρησης της μεταρρυθμιστικής τροχιάς, τα πράγματα δεν θα εξελιχθούν ομαλά για τον κ. Τσίπρα. Τα πολιτικά αντίμετρα, η σκληρότητα έναντι πολιτικών αντιπάλων, οι νυχτερινές χειροπέδες και όλα εκείνα που στοχεύουν στην υπενθύμιση των βαρών της άλλης πλευράς θα φαντάζουν φωτοβολίδες μπροστά σε ενδεχόμενη περικοπή των συντάξεων.

Στην περίπτωση αυτή, όλα, από το «Μακεδονικό» και τις καταγγελίες Κοτζιά μέχρι τη σύγκρουση με τον Καμμένο και το γενικότερο αίσθημα ανημπόριας και καθήλωσης των προσδοκιών, θα λάβουν άλλες διαστάσεις, απόλυτα καταδικαστικές για την τύχη της κυβέρνησης Τσίπρα, της οποίας η εσωστρέφειά είναι το μείζον πρόβλημα για τη χώρα αυτή την εποχή. Γιατί, εγκλωβισμένη ανάμεσα σε «Μακεδονομάχους» και «Μακεδονοκλάστες», σε «καταγγελίες Καμμένου» και «ρουκέτες Κοτζιά», δεν παράγει πολιτική και σχολιάζει την επικαιρότητα, όντας καθηλωμένη στην εσωτερική της κρίση. Μόνο που η κρίση μιας κυβέρνησης αντανακλά στη διακυβέρνησή της και αυτή, με τη σειρά της, στην οικονομία και την κοινωνία.

Τι έγινε αλήθεια τις τελευταίες μέρες; Και ιδιαίτερα τις μέρες που μεσολάβησαν από την παραίτηση Κοτζιά έως σήμερα; Επέκταση (με λόγια του αέρα) της αιγιαλίτιδας ζώνης στα δώδεκα μίλια, θεαματική προφυλάκιση του εκπροσώπου του «παλαιού πολιτικού κατεστημένου», Γιάννου Παπαντωνίου, και πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος, έτσι για να αλλάξουμε την πολιτική ατζέντα και να ξεφύγουμε από την «πραγματικότητα». Για ανάπτυξη ουδέν. Για αναπτυξιακό μεταμνημονιακό σχέδιο, για επενδύσεις «μηδέν εις το πηλίκον».

Βέβαια ο πρωθυπουργός θα θελήσει στο επόμενο διάστημα και μέχρι τις εκλογές να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία πολιτικής επίδρασης και ιδιαίτερα εκείνα της οικονομικής πολιτικής που αποδεδειγμένα επηρεάζουν τις συνειδήσεις και τη στάση των πολιτών στις κομβικές εκλογικές αναμετρήσεις, όπως η επερχόμενη. Με τις κυβερνητικές όμως δραστηριότητες στις οποίες επικεντρώνεται τώρα, όπως η νομοθέτηση των εξαγγελιών του στη Θεσσαλονίκη, οι… πυροτεχνικές προφυλακίσεις «τελειωμένων» πολιτικών και η προετοιμασία για κατηγορίες επί των αντιπάλων του αλλά και η πρόσκληση για αναθεώρηση του Συντάγματος, συνοδευόμενη με… υπογραφή των πολιτικών αντιπάλων για «καθαρή έξοδο», δεν ανατρέπεται η κατάσταση, ούτε έρχεται η ανάπτυξη. Για την οποία (ανάπτυξη) ούτε μεταμνημονιακό σχέδιο υπάρχει, ούτε και επενδύσεις βλέπουμε.

Δυστυχώς, παρά τα εκ του αντιθέτου, έχουμε περιέλθει σε μια επιταχυνόμενη κατιούσα. Όταν η κυπριακή οικονομία εξήλθε εύρωστη από το δικό της μνημόνιο, με προοπτικές ανάπτυξης 3,8% για το 2018, όταν η πρόβλεψη για την ανάπτυξη στην πρώην μνημονιακή Ιρλανδία φτάνει στο 7,4%, όταν η Πορτογαλία αναμένει ανάπτυξη 2,8% για φέτος, η Ελλάδα στροβιλίζεται και κατατρίβεται σε ιστορίες… καθαρής εξόδου και συνταγματικής αναθεώρησης – κωμωδία, όπως προτείνεται.

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

Σχολιάστε ...