Με αφορμή την πρόσφατη ανακοίνωση των κυρίων Βουρβαχάκη και Σταράκη σχετικά με την «διαγραφή παράνομων προστίμων από κλήσεις», θα ήθελα να ενημερώσω τους συνδημότες μας τα παρακάτω:

Σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) για την οποία επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο, βεβαιώνεται από το αστυνομικό όργανο με τη συμπλήρωση σχετικής «πράξης βεβαίωσης». Ο  παραβάτης έχει δικαίωμα να εμφανιστεί, μέσα σε προθεσμία τριών ημερών από την επίδοση της βεβαίωσης, στην αστυνομική αρχή όπου ανήκει το όργανο που βεβαίωσε την παράβαση, προκειμένου να προβάλει τις αντιρρήσεις του.

Αν οι αντιρρήσεις κριθούν βάσιμες, ο προϊστάμενος  της υπηρεσίας ακυρώνει την έκθεση. Αν κριθούν αβάσιμες ή ο παραβάτης δεν εμφανιστεί, επικυρώνεται το πρόστιμο και καταβάλλεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την βεβαίωσή του. Τα πρόστιμα από τις παραβάσεις του ΚΟΚ, που δεν καταβάλλονται εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας, διαβιβάζονται στους οικείους ΟΤΑ, ώστε να εισπραχθούν από την ταμειακή  υπηρεσία του.

Από τα ανωτέρω γίνεται σαφές ότι ο παραβάτης έχει το δικαίωμα εντός προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας, και πριν οι πράξεις βεβαίωσης περιέλθουν στο Δήμο, να ζητήσει την ακύρωση της παράβασης από την Αστυνομική Υπηρεσία.

Η συχνή διαπίστωση περιπτώσεων λανθασμένης αναγραφής των απαιτούμενων προς συμπλήρωση στοιχείων, είχε ως αποτέλεσμα την έκδοση του με αριθμό 65171/09.11.2009 εγγράφου του Υπουργείου Εσωτερικών, με θέμα την Ακυρότητα πράξεων βεβαίωσης παραβάσεων του Κ.Ο.Κ., σύμφωνα με το οποίο η πράξη βεβαίωσης παράβασης καθίσταται ακυρωτέα, εάν στο έντυπο αυτής αναγράφονται λανθασμένα τα, εκ του νόμου προβλεπόμενα, στοιχεία που αφορούν (α) στον προσδιορισμό του οχήματος (αριθμός κυκλοφορίας, είδος, μάρκα, χρώμα), (β) στα στοιχεία του παραβάτη οδηγού, (γ) στη διαπραχθείσα παράβαση ή (δ) στο ύψος του προστίμου.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, εφόσον ο υπόχρεος διαπιστώσει ότι υπάρχει λανθασμένη αναγραφή στοιχείων στην κλήση (είναι εξάλλου και ο μοναδικός που μπορεί να το γνωρίζει αυτό), προσέρχεται και αιτείται στον ΟΤΑ την ακύρωσή της, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν τη λανθασμένη αναγραφή (π.χ. αποστολή φωτοαντιγράφου της άδειας οδήγησης για απόδειξη λανθασμένης αναγραφής των στοιχείων του οχήματος). Στη συνέχεια ο ΟΤΑ οφείλει να γνωστοποιεί τη λανθασμένη αναγραφή των στοιχείων επί του εντύπου της κλήσης στην εκδούσα αστυνομική αρχή προκειμένου αυτή (και μόνο αυτή) να προβεί σε ακύρωση της πράξης.

Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι ο ίδιος ο Δήμος ούτε μπορεί αλλά και ούτε νομιμοποιείται να «κάνει ξεκαθάρισμα των κλήσεων και να διαγράψει εξ αρχής τις κλήσεις με τα λανθασμένα στοιχεία», όπως αφελώς υποστηρίζουν οι κύριοι Βουρβαχάκης και Σταράκης, αφενός διότι δεν γνωρίζει ποιες κλήσεις μπορεί να έχουν λανθασμένη αναγραφή στοιχείων ούτε έχει στη διάθεσή του τα στοιχεία εκείνα που αποδεικνύουν τη λανθασμένη αναγραφή, αφετέρου διότι της διαγραφής του προστίμου προηγείται η ακύρωση της πράξης βεβαίωσης παράβασης από την αρμόδια αστυνομική αρχή.

Το θέμα έχει αναλυθεί πολλές φορές στο Δημοτικό Συμβούλιο από τους αρμόδιους της Οικονομικής Υπηρεσίας, επεξηγώντας όλα τα ανωτέρω στους συνάδελφους Δημοτικούς Συμβούλους οι οποίοι στην πλειοψηφία τους σαφώς και κατανόησαν τη διαδικασία. Επειδή  όμως στο λαϊκισμό ορισμένων συναδέλφων πρέπει επιτέλους να μπει ένα όριο και αφού όπως δηλώνουν «Μετά από έρευνα διαπιστώσαμε ότι η Οικονομική Υπηρεσία του Δήμου Ρεθύμνου εισέπραττε από εκατοντάδες συνδημότισσες και συνδημότες παράνομα πρόστιμα από κλήσεις σε οχήματα», τους καλώ ΑΜΕΣΑ να δημοσιοποιήσουν στο Δημοτικό Συμβούλιο και φυσικά στα τοπικά ΜΜΕ το είδος της έρευνας που διεξήγαγαν, τις περιπτώσεις που μελετήθηκαν και φυσικά τα στοιχεία και τα αποτελέσματα αυτής. Σε αντίθεση περίπτωση είναι υπόλογοι απέναντι στους συνδημότες μας.

Εκτιμώ ότι ως Δημοτικό Συμβούλιο οφείλουμε να συζητάμε την εξεύρεση τρόπων για τη μείωση της παραβατικότητας στο Δήμο και όχι για τρόπους διαγραφής προστίμων λόγω τυπικών σφαλμάτων από πραγματοποιηθείσες παραβάσεις. Δεν είναι ούτε και πρέπει να είναι αυτός ο ρόλος μας, τουλάχιστον όσων από εμάς σεβόμαστε τον εαυτό μας. Και  δεν θα πρέπει η ύπαρξη συγκεκριμένων περιπτώσεων για τις οποίες συντρέχουν λόγοι ακυρότητας να γενικεύονται και να καταλήγουμε σε συμπεράσματα που αν μη τι άλλο υπονομεύουν ένα από τους βασικότερους στόχους της διοίκησης, την εμπιστοσύνη του διοικούμενου προς αυτή.

 

Στέλιος Σπανουδάκης

Αντιδήμαρχος Οικονομικών

Δήμου Ρεθύμνης

Σχολιάστε ...