Μη ελεγχόμενες διαστάσεις τείνει να λάβει η συνωμοσιολογία η οποία εκτυλίσσεται τις τελευταίες ημέρες με την –κατά την κυβέρνηση– ρωσική ανάμειξη στο Σκοπιανό.

Ήδη οι σχέσεις Ελλάδας – Ρωσίας πέρασαν στη φάση της κρίσης, με την εκπρόσωπο του ρωσικού ΥΠΕΞ Μαρία Ζαχάροβα να κατηγορεί την ελληνική κυβέρνηση για «βρόμικες προβοκάτσιες» και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, διά του Νίκου Κοτζιά, να απαντά για «ασέβειες προς τρίτη χώρα».

Η όλη υπόθεση μάλιστα έλαβε νέα διάσταση, καθώς μπήκε στον «χορό» και ο κ. Ζάεφ, κατηγορώντας Έλληνες επιχειρηματίες ότι χρηματοδοτούν και απεργάζονται τη βίαιη παρεμπόδιση της υλοποίησης της συμφωνίας. Ανάλογες δηλώσεις είχε κάνει πριν και το Μαξίμου, που κατηγορούσε επιχειρηματίες «του Πειραιά και της Θεσσαλονίκης» ότι «συνεργάζονται για τη δημιουργία κυβερνητικής κρίσης».

Επικοινωνιακά και στις δύο χώρες φαίνεται πως επιχειρείται, εν όψει δημοψηφίσματος στα Σκόπια αλλά και εν όψει υποβολής της συμφωνίας προς έγκριση στην ελληνική Βουλή, να δαιμονοποιηθούν όσοι αντιτάσσονται στη συμφωνία ή όσοι, ακόμη, ασκούν κριτική. Έτσι, πολύ εύκολα θα αφήνονται υπονοούμενα για σύνδεση κάθε δράσης ή ακτιβισμού εναντίον της συμφωνίας με τα… ρούβλια που μοίραζαν οι Ρώσοι διπλωμάτες στην Ελλάδα, ενώ κάθε αντίδραση στα Σκόπια θα αποδίδεται σε Έλληνες επιχειρηματίες. Βέβαια, στη Βόρειο Ελλάδα ιδιαίτερα, είναι σαφές ότι δεν χρειάζονται ρούβλια για να διοργανωθούν συλλαλητήρια και συγκεντρώσεις εναντίον της οποιασδήποτε λύσης στο Σκοπιανό που θα περιλαμβάνει το όνομα «Μακεδονία».

«Προγραμματισμένες» αποκαλύψεις

Ο τρόπος με τον οποίο ξετυλίγεται πάντως αυτό το κουβάρι, που ξεκίνησε με τη δημοσιοποίηση της απέλασης των Ρώσων διπλωματών από την Ελλάδα, φαίνεται να είναι απολύτως προγραμματισμένος και μάλιστα ενταγμένος και σε μια επικοινωνιακή τακτική τόσο στην Αθήνα όσο και στα Σκόπια. Στην πραγματικότητα οι τελευταίες αποκαλύψεις, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούσαν δραστηριότητες Ρώσων παραγόντων που ήταν ευρύτερα γνωστές, απλώς αποτυπώνουν κάτι που όλοι γνώριζαν: Ότι η Ελλάδα αποτελεί το πεδίο ενός συνολικού γεωπολιτικού ανταγωνισμού ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ρωσία, που αφορά τις συνολικές ισορροπίες στα Βαλκάνια.

Άλλωστε, την ίδια έντονη δραστηριότητα έχει επιδείξει και η αμερικανική πλευρά. Μόνο τυχαία δεν ήταν η επιλογή του Τζέφρι Πάιατ, ενός διπλωμάτη με εμπειρία στην πρώτη γραμμή του αμερικανορωσικού ανταγωνισμού, εφόσον ήταν πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ουκρανία το 2014. Ο Πάιατ εξαρχής έκανε σαφές ότι τον ενδιαφέρει η ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα και δεν δίστασε να υποδεικνύει ποια ήταν κατά τη γνώμη του τα επενδυτικά σχέδια για τα οποία έπρεπε να δοθούν εξηγήσεις λόγω ενδεχόμενης παρουσίας ρωσικών κεφαλαίων (π.χ. η πώληση του ΟΛΘ).

Είναι γεγονός ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική επί των κυβερνήσεων ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έκανε μια έντονη φιλοαμερικανική στροφή. Εκτιμήθηκε ότι απέναντι στις αντιφάσεις της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ήταν προς το συμφέρον της Ελλάδας κυρίως να επιδιώξει τη συμπόρευση με τις ΗΠΑ και τους βασικούς συμμάχους της στην περιοχή, όπως είναι το Ισραήλ και η Αίγυπτος.

Ταυτόχρονα, στον ενεργειακό τομέα η Ελλάδα επέλεξε να μην προχωρήσει σε μεγάλα projects συνεργασίας με τη Ρωσία, ακυρώνοντας τελικά την προοπτική δημιουργίας νέου αγωγού ρωσικού φυσικού αερίου. Βέβαια, σε άλλους τομείς, οι ελληνορωσικές οικονομικές σχέσεις παρέμειναν σημαντικές. Με περίπου ένα εκατομμύριο Ρώσους τουρίστες να επισκέπτονται κάθε χρόνο την Ελλάδα, η Ρωσία παραμένει μια πολύ σημαντική αγορά για την ελληνική τουριστική βιομηχανία.

Όμως, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε σε επίπεδο ρητορικής να δείχνει ότι διατηρούνται οι παραδοσιακά καλές ελληνορωσικές σχέσεις. Γι’ αυτόν τον λόγο και η Ελλάδα, παρότι συνυπέγραφε τις διάφορες αποφάσεις κυρώσεων της ΕΕ, εντούτοις απέφευγε να παίρνει θέση σε ζητήματα όπως η υπόθεση Σκριπάλ, όπου δεν προχώρησε σε απελάσεις διπλωματών.

To Πατριαρχείο της Μόσχας 

Όσον αφορά το τελευταίο «επεισόδιο», προφανώς και οι ελληνικές αρχές είχαν υπόψη τους τη δράση της ρωσικής διπλωματίας αλλά και των ρωσικών υπηρεσιών στην Ελλάδα. Αρκετά από όσα καταγγέλλονται ως ενδείξεις μπορούσαν να εντοπιστούν ούτως ή άλλως, μια που αφορούσαν δημόσιες δραστηριότητες. Τόσο η ενεργοποίηση ρωσικών θρησκευτικών ιδρυμάτων, που επενδύουν στην κοινή ορθόδοξη ταυτότητα, όσο και οι επαφές διπλωματών με αυτοδιοικητικούς και πολιτικούς παράγοντες ήταν λίγο πολύ γνωστές.

Η ελληνική πλευρά υποστηρίζει ότι το κρίσιμο στοιχείο ήταν όταν ξεπεράστηκαν τα όρια και περάσαμε σε απόπειρες χρηματισμού Ελλήνων αξιωματούχων. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί η ελληνική πλευρά επέλεξε να το ανοίξει τώρα και να το ανοίξει με αυτό τον τρόπο; Σε τελική ανάλυση, όποια και εάν ήταν η ρωσική αντίδραση, το ίδιο το γεγονός ότι προχωρούσε η Συμφωνία των Πρεσπών αποτελούσε την απόδειξη ότι η κυβέρνηση επέμεινε στη στάση της.

Μάλιστα, θα μπορούσε να υποστηριχτεί η άποψη ότι, ακριβώς επειδή «έκλεισε» η Συμφωνία των Πρεσπών, η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε λόγο περαιτέρω επιδείνωσης των ελληνορωσικών σχέσεων, μια που ούτως ή άλλως η ένταξη της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ ανατρέπει την ισορροπία στα Βαλκάνια σε βάρος της Ρωσίας.

Ποιοι θέλουν «Λέγκα του Βορρά»

Είναι βέβαιο πάντως ότι η τρέχουσα επιδείνωση στις ελληνορωσικές σχέσεις, που ήρθε με ελληνική πρωτοβουλία, σε μεγάλο βαθμό έχει να κάνει και με εσωτερικούς πολιτικούς υπολογισμούς από τη μεριά της κυβέρνησης.

Ενώ το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση έβλεπε με καλό μάτι τον αντίκτυπο από τη δημιουργία ακόμη και ενός «ρωσικού» κόμματος, σήμερα θέλει να καταγγείλει αυτές τις διεργασίες, για να δώσει την εικόνα ότι οι αντιδράσεις για το Μακεδονικό είναι αποτέλεσμα ενορχηστρωμένων προσπαθειών χειραγώγησης της κοινής γνώμης και μάλιστα με παρέμβαση ξένων δυνάμεων.

Αυτό είχε φανεί έντονα στην περίοδο αμέσως μετά την ανακοίνωση της προοπτικής διαπραγματεύσεων με την ΠΓΔΜ και τα πρώτα συλλαλητήρια. Σε εκείνη την περίοδο τα σχέδια για την ενδεχόμενη δημιουργία μιας ελληνικής «Λέγκας του Βορρά» αντιμετωπίζονταν ιδιαίτερα θετικά από τη μεριά του ΣΥΡΙΖΑ, εκπρόσωποι του οποίου δεν έκρυβαν την ικανοποίησή τους γι’ αυτό το ενδεχόμενο, θεωρώντας ότι η δημιουργία ενός κόμματος «πατριωτικής Δεξιάς» στα δεξιά της ΝΔ θα της αφαιρούσε σημαντικό μερίδιο εκλογικής επιρροής, και αυτό θα αναβάθμιζε τη θέση του ΣΥΡΙΖΑ.

Όμως, τα πράγματα άλλαξαν όσο διαπίστωναν τα επιτελικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ ότι η δυσαρέσκεια για τον ΣΥΡΙΖΑ κυρίως έπληττε αυτούς, παρά ενίσχυε άλλα κόμματα.

Τα μεγάλα δημοσκοπικά προβλήματα, η αίσθηση μεγάλων εκλογικών απωλειών στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και η διαπίστωση ότι ήταν κυρίως η ΝΔ που ενισχυόταν, σήμαιναν ότι η επένδυση σε μια ενδεχόμενη «Λέγκα του Βορρά» δεν απέδιδε.

Σε αυτό το φόντο, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι συνεκτιμήθηκε ότι ένα ενδεχόμενο διπλωματικό επεισόδιο με τη Ρωσία, που θα αποκάλυπτε αυτές τις διαστάσεις της ρωσικής επιρροής στην Ελλάδα, θα έδινε τη δυνατότητα να παρουσιαστεί η δυσαρέσκεια κατά της συμφωνίας ως «ξένος δάκτυλος» και έτσι να απαξιωθεί στη συνείδηση ευρύτερων τμημάτων της κοινωνίας.

Επιπλέον, εκτιμήθηκε ότι μια τέτοια ρήξη με τη Ρωσία θα οδηγούσε σε ακόμη πιο ευμενή αντιμετώπιση των ελληνικών θέσεων από τις ΗΠΑ. Ούτως ή άλλως, πάντως, αυτή η υπόθεση προκαλεί πλήθος ερωτημάτων. Και οι απαντήσεις στα ερωτήματα ίσως να είναι πιο σημαντικές από τις επιπλέον «αποκαλύψεις» διεργασιών που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπον ήταν γνωστές.

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

Σχολιάστε ...