Ειδικός φόρος στις επιχειρήσεις που «μεταναστεύουν» στο εξωτερικό, ακόμα και σε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και αυστηρό πλαίσιο μέτρων κατά της φοροδιαφυγής ή φοροαποφυγής που πραγματοποιούν πολυεθνικές εταιρείες, προβλέπει Οδηγία της ΕΕ που ενσωματώνεται στη νομοθεσία των Κρατών-Μελών της ΕΕ.

Τα Κράτη Μέλη (ΚΜ) εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις από την 1 Ιανουαρίου 2019 με εξαίρεση τον κανόνα για φορολόγηση κατά την έξοδο που θα εφαρμοστεί την 1 Ιανουαρίου 2020, οι οποίες εντάσσονται στο πλαίσιο των δράσεων τα Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) κατά της διάβρωσης της φορολογικής βάσης και της μετατόπισης κερδών.

Στόχος της Οδηγίας είναι η καταπολέμηση των πρακτικών φοροδιαφυγής και η διασφάλιση της καταβολής φόρου «εκεί όπου παράγονται κέρδη και αξία».

Μεταξύ των μέτρων που επιβάλλει, εκτός από τη φορολόγηση της εταιρείας που φεύγει στο εξωτερικό, είναι το κλείσιμο του παραθύρου για την εικονική έκπτωση των τόκων από δάνεια, μεταξύ εταιρειών του ίδιου Ομίλου, που εδρεύουν σε διαφορετικές χώρες. Πρόκειται για μια τεχνική που εφαρμόζεται κατά κόρον και αποφεύγεται η πληρωμή φόρων,που υπολογίζεται σε πάνω από 100 δισ. ευρώ, ετησίως

Σύμφωνα με το πλαίσιο που ισχύει από την 1-1-2019, το υπερβαίνον κόστος δανεισμού θα εκπίπτει κατά τη φορολογική περίοδο στην οποία πραγματοποιείται και μόνο έως ποσοστό 30% των κερδών προ τόκων, φόρων, απομείωσης και αποσβέσεων (EBITDA) του φορολογούμενου.

Το «υπερβαίνον κόστος δανεισμού» ορίζεται ως το ποσό κατά το οποίο το εκπιπτόμενο κόστος δανεισμού (π.χ. τόκοι για άντληση χρηματοδότησης) ενός φορολογούμενου υπερβαίνει τα φορολογητέα έσοδα από τόκους. Το EBITDA θα υπολογίζεται προσθέτοντας στο φορολογητέο εισόδημα του φορολογούμενου το υπερβαίνον κόστος δανεισμού, καθώς και απομειώσεις και αποσβέσεις που διεκδικήθηκαν για φορολογικούς σκοπούς (π.χ. κεφαλαιουχικές εκπτώσεις). Το EBITDA δεν θα περιλαμβάνει εισόδημα το οποίο δεν υπόκειται σε φόρο εισοδήματος.

Ποια είναι η πρακτική

Μέχρι τώρα διαπιστώνονταν, ότι ένας Όμιλος που βρίσκεται στην ΕΕ, ιδρύει θυγατρική σε χώρα με χαμηλή φορολογική δικαιοδοσία και η θυγατρική, της δίνει ένα δάνειο το οποίο έχει ασυνήθιστα υψηλό επιτόκιο.

Έτσι, η εταιρεία που εδρεύει στην ΕΕ, εμφανίζεται να πληρώνει μεγάλα ποσά σε τόκους. Οι τόκοι όμως εκπίπτουν από το φορολογητέο εισόδημα και άρα πληρώνει λιγότερο φόρο! Όμως οι τόκοι που κατέβαλε, δεν ήταν πραγματικοί, καθώς πληρώθηκαν στην εταιρεία του ίδιου Ομίλου και άρα τα χρήματα έμειναν στην εταιρεία, ενώ δεν πληρώθηκε και ο φόρος που αναλογούσε στα πραγματικά κέρδη.

Με την αλλαγή στη νομοθεσία, οι τόκοι θα εκπίπτουν μόνο κατά 30% και μόνο υπό αυστηρούς όρους θα μπορεί η έκπτωση να είναι μεγαλύτερη. Μετά την καταβολή των τόκων η εταιρεία αυτή που εδρεύει στην ΕΕ έχει ελάχιστο ή καθόλου κέρδος, σε αυτό το καταβληθέν ποσό των φόρων είναι ελάχιστο και τα χρήματα παραμένουν μέσα στην εταιρεία!

Φορολόγηση κατά την έξοδο

Μεγάλη τομή στη διαδικασία λήψης των μέτρων κατά της φοροαποφυγής και φοροδιαφυγής είναι ο φόρος που καθιερώνεται για τις επιχειρήσεις που μεταναστεύουν.

Η διάταξη θα εφαρμοστεί από την 1-1-2020, που σημαίνει ότι φέτος θα υπάρξουν μαζικές μεταναστεύσεις εταιρειών, προκειμένου να αποφύγουν τη φορολόγηση κατά την έξοδο.

Σκοπός της διάταξης είναι να εξασφαλίζει ότι, όταν μια εταιρεία μεταφέρει περιουσιακά στοιχεία ή τη φορολογική του κατοικία εκτός της φορολογικής δικαιοδοσίας ενός κράτους, το εν λόγω κράτος φορολογεί την οικονομική αξία οποιουδήποτε κεφαλαιακού κέρδους που παράγεται στο έδαφός του, ακόμη και αν το εν λόγω κέρδος δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί κατά τον χρόνο της εξόδου.

Ειδικότερα προβλέπονται τα ακόλουθα:

1. Ο φορολογούμενος υπόκειται στον φόρο σε ποσό που ισούται προς την αγοραία αξία των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, κατά τη στιγμή της εξόδου αυτών των περιουσιακών στοιχείων, μείον την αξία τους για φορολογικούς σκοπούς, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από την έδρα του στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της έδρας δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς,
β) ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάστασή του σε κράτος μέλος στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της μόνιμης εγκατάστασης δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς,
γ) ο φορολογούμενος μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εκτός από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία παραμένουν ουσιωδώς συνδεδεμένα με μόνιμη εγκατάσταση στο πρώτο κράτος μέλος,
δ) ο φορολογούμενος μεταφέρει τη δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του από ένα κράτος μέλος σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, εφόσον το κράτος μέλος της μόνιμης εγκατάστασης δεν έχει πλέον το δικαίωμα να φορολογεί τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία λόγω της μεταφοράς.

2. Ο φορολογούμενος έχει το δικαίωμα να αναβάλλει την καταβολή του φόρου κατά την έξοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, μέσω της καταβολής του σε δόσεις για διάστημα πέντε ετών, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από την έδρα του στη μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (συμφωνία για τον ΕΟΧ),
β) ο φορολογούμενος μεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από τη μόνιμη εγκατάστασή του σε κράτος μέλος στην έδρα του ή σε άλλη μόνιμη εγκατάσταση σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ,
γ) ο φορολογούμενος μεταφέρει τη φορολογική κατοικία του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ,
δ) ο φορολογούμενος μεταφέρει τη δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη συμφωνία για τον ΕΟΧ.

Η παρούσα παράγραφος ισχύει για τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εφόσον έχουν συνάψει συμφωνία με το κράτος μέλος του φορολογουμένου ή με την Ένωση περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην οδηγία 2010/24/ΕΕ του Συμβουλίου.

3. Εάν ο φορολογούμενος αναβάλλει την καταβολή σύμφωνα με την παράγραφο 2, επιτρέπεται να χρεώνεται τόκος σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους του φορολογουμένου ή της μόνιμης εγκατάστασης, ανάλογα με την περίπτωση.
Εάν υπάρχει αποδεδειγμένος και πραγματικός κίνδυνος μη ανάκτησης, ο φορολογούμενος μπορεί επίσης να υποχρεωθεί να παράσχει εγγύηση ως όρο για να αναβάλει την πληρωμή σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Το δεύτερο εδάφιο δεν εφαρμόζεται όταν η νομοθεσία του κράτους μέλους του φορολογουμένου ή της μόνιμης εγκατάστασης παρέχει τη δυνατότητα είσπραξης της φορολογικής οφειλής μέσω άλλου φορολογουμένου που είναι μέλος του ίδιου ομίλου και είναι κάτοικος για φορολογικούς σκοπούς στο εν λόγω κράτος μέλος.

4. Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 2, η αναβολή πληρωμών διακόπτεται πάραυτα και η φορολογική οφειλή καθίσταται ανακτήσιμη στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία ή οι δραστηριότητες που ασκούνται από τη μόνιμη εγκατάσταση του φορολογουμένου πωλούνται ή διατίθενται κατ’ άλλο τρόπο,
β) τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα,
γ) η φορολογική κατοικία του φορολογουμένου ή η δραστηριότητα που ασκεί η μόνιμη εγκατάστασή του μεταφέρεται μεταγενέστερα σε τρίτη χώρα,
δ) ο φορολογούμενος πτωχεύει ή τίθεται υπό εκκαθάριση,
ε) ο φορολογούμενος δεν ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του όσον αφορά την καταβολή των δόσεων και δεν διορθώνει την κατάστασή του εντός εύλογου χρονικού διαστήματος που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.

Τα στοιχεία β) και γ) δεν εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες που είναι συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, εάν έχουν συνάψει συμφωνία με το κράτος μέλος του φορολογουμένου ή με την Ένωση περί της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη φορολογικών απαιτήσεων, ισοδύναμη με την αμοιβαία συνδρομή που προβλέπεται στην οδηγία 2010/24/ΕΕ.

5. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων ή η μεταφορά της φορολογικής κατοικίας ή της δραστηριότητας που ασκεί η μόνιμη εγκατάσταση πραγματοποιείται προς άλλο κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος δέχεται την αξία που έχει οριστεί από το κράτος μέλος του φορολογουμένου ή της μόνιμης εγκατάστασης ως αξία εκκίνησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων για φορολογικούς σκοπούς, εκτός εάν αυτή δεν αντικατοπτρίζει την αγοραία αξία.

6. Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 5, ως «αγοραία αξία» νοείται το ποσό έναντι του οποίου μπορεί να ανταλλαγεί ένα περιουσιακό στοιχείο ή να διακανονιστούν αμοιβαίες υποχρεώσεις μεταξύ εθελουσίως ενεργούντων μη συνδεδεμένων αγοραστών και πωλητών σε απευθείας συναλλαγή.

7. Υπό την προϋπόθεση ότι τα περιουσιακά στοιχεία πρόκειται να επανέλθουν στο κράτος μέλος του μεταβιβάζοντος εντός περιόδου 12 μηνών, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται επί μεταβιβάσεων περιουσιακών στοιχείων που σχετίζονται με τη χρηματοδότηση των κινητών αξιών ή επί των στοιχείων ενεργητικού που παρέχονται ως ασφάλεια ή όταν η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πραγματοποιείται για την κάλυψη κεφαλαιακών απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας ή για τους σκοπούς της διαχείρισης ρευστότητας.

Σχολιάστε ...