Άρθρα

Η πρόκληση της ψηφιακής επανάστασης

Ο κόσμος μας σήμερα βιώνει τη λεγόμενη τέταρτη βιομηχανική επανάσταση. Την επανάσταση της ψηφιακής τεχνολογίας, της τεχνητής νοημοσύνης, των αλγορίθμων, του Internet of Things, των Big Data, της ρομποτικής, της βιοτεχνολογίας, της νανοτεχνολογίας, της τρισδιάστατης εκτύπωσης. Οι τεχνολογίες αυτές μετασχηματίζουν ήδη ριζικά την παγκόσμια οικονομία. Αυξάνουν την παραγωγικότητα, βελτιώνουν τον συντονισμό και τις ροές παραγωγής, βοηθούν στη βέλτιστη αξιοποίηση των πόρων, επιτρέπουν τη δημιουργία υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το 2030 η τεχνητή νοημοσύνη θα συμβάλλει στην παγκόσμια οικονομία με 13 τρισ. δολάρια, ενώ το 55% του συνολικού οφέλους που θα προέλθει από αυτή θα σχετίζεται με την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Περίπου 9 τρισ. δολάρια αναμένεται να προστεθούν στην παγκόσμια οικονομία, μέσα από την κατανάλωση βελτιωμένων προϊόντων και υπηρεσιών, λόγω της τεχνητής νοημοσύνης. Είναι προφανές ότι οι χώρες και οι επιχειρήσεις που θα αποκτήσουν το προβάδισμα σε αυτή την πορεία –ή έστω θα καταφέρουν να συμβαδίσουν– θα επωφεληθούν περισσότερο. Αντίστοιχα, όσοι «χάσουν το τρένο» κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν. Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται μια σημαντική πρόκληση, για την Ευρώπη αλλά και για την Ελλάδα.

Σήμερα, οι ΗΠΑ και η Κίνα έχουν το αδιαμφισβήτητο προβάδισμα στην ψηφιακή οικονομία και ανταγωνίζονται για τη διασφάλιση της ηγεμονίας τους στον τομέα αυτόν τα επόμενα χρόνια. Η Ευρώπη, από την άλλη, φαίνεται πως υστερεί αισθητά. Μόλις το 3,6% της παγκόσμιας κεφαλαιοποίησης ψηφιακών εταιρειών ανήκει σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Έναντι του 68% που κατέχουν οι αμερικανικές και του 22% των κινεζικών. Οι επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης κυμάνθηκαν στα επίπεδα των 2-3 δισ. ευρώ το 2016, ενώ την ίδια χρονιά στην Αμερική άγγιξαν τα 18,6 δισ. ευρώ και στην Ασία τα 12 δισ. ευρώ.

Εάν, λοιπόν, η Ευρώπη δεν επιταχύνει τις προσπάθειές της, θα είναι δύσκολο να αξιώσει μια σημαντική θέση μεταξύ των υφιστάμενων και αναδυόμενων μεγάλων δυνάμεων της ψηφιακής οικονομίας. Όσον αφορά δε την Ελλάδα, είναι γεγονός ότι θα χρειαστεί να τρέξουμε ακόμη γρηγορότερα, για να συμβαδίσουμε με τις εξελίξεις. Σύμφωνα με τον δείκτη DESI 2019, η χώρα μας κατατάσσεται 26η μεταξύ των 28 κρατών-μελών ως προς την ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας. Η επίδοση αυτή, παρά το ότι είναι βελτιωμένη σε σύγκριση με τις προηγούμενες χρονιές, παραμένει εξαιρετικά χαμηλή σε σχέση με τα δεδομένα και τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

Για να επιταχυνθεί ο ψηφιακός μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας, χρειάζεται μια ολοκληρωμένη στρατηγική, με συγκεκριμένες προτεραιότητες. Απαιτούνται κατ’ αρχήν στοχευμένα κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη των κατάλληλων χρηματοδοτικών εργαλείων, για την ενθάρρυνση επενδύσεων σε υψηλή τεχνολογία, σε καινοτόμες λύσεις και εφαρμογές. Εξίσου σημαντικό ζητούμενο είναι η επένδυση στο «τρίγωνο της γνώσης», δηλαδή στην αποτελεσματική διασύνδεση της έρευνας, της εκπαίδευσης και της καινοτομίας, με στενότερη συνεργασία του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα. Είναι, επίσης, σημαντικό να εστιάσουμε στη δημιουργία κόμβων καινοτομίας στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να διευκολυνθεί η προσέγγιση των ερευνητών και των επιχειρήσεων.

Εξίσου σημαντικό ζήτημα είναι οι επερχόμενες αλλαγές στην αγορά εργασίας. Η εταιρείαMcKinsey εκτιμά ότι το 60% των σημερινών θέσεων εργασίας θα επηρεαστεί τα επόμενα είκοσι με σαράντα χρόνια, ενώ, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, το 14% των θέσεων εργασίας θα εξαφανιστεί στα επόμενα δέκα χρόνια, εξαιτίας της ρομποτικής τεχνολογίας. Παράλληλα, όμως, θα δημιουργηθούν νέες εξειδικεύσεις και ανάγκες για νέα επαγγέλματα, στο πλαίσιο της ανάπτυξης εφαρμογών σε διάφορους τομείς, όπως η υγεία, οι μεταφορές, η ενέργεια, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

Ο κίνδυνος εντοπίζεται στην όξυνση των ανισοτήτων, μεταξύ αυτών που θα προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες απαιτήσεις της αγοράς εργασίας και εκείνων που δεν θα καταφέρουν να ακολουθήσουν τις ραγδαίες μεταβολές του παραγωγικού συστήματος.Το κυριότερο ανάχωμα απέναντι σε αυτόν τον κίνδυνο είναι η επένδυση στη διά βίου μάθηση. Οφείλουμε να επενδύσουμε στην ενίσχυση σχετικών προγραμμάτων σπουδών στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και στην επανακατάρτιση και επανειδίκευση των εργαζομένων με διαφορετικά αντικείμενα σπουδών, σε δραστηριότητες.

Η προσαρμογή στις απαιτήσεις και τις ευκαιρίες της ψηφιακής οικονομίας αποτελεί κρίσιμο ζητούμενο για την ανάπτυξη και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη. Η τόνωση των σχετικών επενδύσεων και η ενίσχυση των δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού συνιστούν αναγκαίες προϋποθέσεις, για να προχωρήσουμε με ταχύτερα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

του Κωνσταντίνου Μίχαλου

Πρόεδρος ΚΕΕΕ και ΕΒΕΑ

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

Σχολιάστε ...

NEWSLETTER

Focus-On

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

Karfitsa