Προ ημερών συζητούσα με κορυφαίο παράγοντα από τη ΝΔ. Τον ρώτησα ευθέως, αν θεωρεί ότι το συλλαλητήριο που έγινε στη Θεσσαλονίκη και αυτό που θα γίνει στην Αθήνα σε λίγες μέρες έχουν αντικυβερνητικό χαρακτήρα. «Εννοείται. Αυτό που δεν έγινε με τα μνημονιακά μέτρα, ο Τσίπρας θα το πάθει με αφορμή το Μακεδονικό», εκτιμούσε. Έθεσα, κατ’ αντιπαραβολή, το ερώτημα και σε κεντρικό κυβερνητικό στέλεχος: «Άκουσε: η αντιπολίτευση προσπάθησε να καλλιεργήσει στις προηγούμενες αξιολογήσεις το κλίμα ότι πέφτουμε. Τώρα που δεν τους βγαίνει, θα το προσπαθήσουν με όπλο τα συλλαλητήρια».

του Γιώργου Ευγενίδη
              
Και η μία και η άλλη άποψη είναι προβληματικές. Η πρώτη, γιατί η αντίδραση στη χρήση του όρου «Μακεδονία» στο όνομα της γείτονος είναι οριζόντια και διακομματική. Οι δημοσκόποι το εξηγούν με έναν πολύ απλό τρόπο: υπάρχει μια παγιωμένη κοινωνική πλειοψηφία εναντίον της χρήσης του όρου εδώ και πολλά χρόνια, η οποία απλώνεται σε όλα τα κόμματα. Τα τελευταία χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ από το 3% υπερδεκαπλασίασε τη δύναμή του, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το εκλογικό σώμα που εκφράζει τώρα το κυβερνών κόμμα, άλλαξε θεμελιώδεις πεποιθήσεις του. Και μπορεί το αντιμνημόνιο να έσπρωξε…καραβιές ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, κατά βάση, στην αγκαλιά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μετέβαλαν και την αποψη που είχαν για ορισμένα εθνικά θέματα και έγιναν αίφνης αριστεροί. Επίσης, δεν είναι υποχρεωτικό ότι όσοι βρέθηκαν στον δρόμο στη Θεσσαλονίκη, αλλά θα πάνε και στο Σύνταγμα σε λίγες μέρες, έχουν στα χείλη τους το αίτημα «να πέσουν».
 
Από την άλλη, η κυβέρνηση αρέσκεται διαρκώς να βλέπει σενάρια αποσταθεροποίησης. Τη μια με τις αξιολογήσεις, την άλλη με συλλαλητήρια και ούτω καθ’ εξής. Είναι μια βολική ανάγνωση να βλέπει κανείς απλώς μια συντονισμένη προσπάθεια της αντιπολίτευσης να πολεμήσει την κυβέρνηση και να μην την αφήσει να ολοκληρώσει τον βίο της. Η κυβέρνηση, όμως, άνοιξε ένα θέμα που αγγίζει τα βασικά ένστικτα του Έλληνα ψηφοφόρου. Ας είμαστε ρεαλιστικές, ειδικά σε εθνικά ζητήματα, η βάση της ελληνικής κοινωνίας είναι συντηρητική. Συνεπώς, παρά τις γραφικές φιγούρες που βγήκαν στη βιτρίνα των συλλαλητηρίων, ήταν και πολλοί άνθρωποι που έχουν μια γνήσια πατριωτική ευαισθησία, ακόμα και αν κανείς διαφωνεί με την άποψή τους.
 
Αν η κυβέρνηση επιλέξει να δει απλώς μια προσπάθεια αποσταθεροποίησης, κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα κατάσταση. Ήδη έκανε ένα λάθος την πρώτη Κυριακή των συλλαλητηρίων, να βγει και να δηλώσει ότι ακραία εθνικιστικά στοιχεία καπηλεύτηκαν τη διαδήλωση. Αυτό μπορεί να το λέει κάποιος πολίτης με μεγαλύτερη ευκολία απ’ ότι κυβέρνηση, πολλώ δε μάλλον όταν 200.000 άνθρωποι έχουν βγει στον δρόμο. Και έπεται και συνέχεια. Τυχόν ίδια αντιμετώπιση, συνεπώς, μπορεί να παγιώσει και αντικυβερνητικό αίσθημα στην πλειοψηφία των συμμετεχόντων στα συλλαλητήρια, πολλοί εκ των οποίων είναι και εκλογείς της κυβέρνησης.
 
Είναι κάτι εντελώς διαφορετικό να λέει κανείς, αν συμφωνεί με τα συλλαλητήρια ή αν θα πήγαινε σε σχέση με το τι δυναμική παράγουν. Σαφώς, η όποια διαπραγμάτευση δεν μπορεί να γίνεται με γνώμονα τα συλλαλητήρια. Αν ήταν έτσι, κανένα Μνημόνιο δεν θα έπρεπε να έχει υπογραφεί στη χώρα. Αν, όμως, η κυβέρνηση υποτιμήσει εκ νέου τη δυναμική που διαμορφώνεται, τότε θα έχει πραγματικό πρόβλημα. Και δεν θα χρειάζεται το «αόρατο χέρι» καμίας ΝΔ και κανενός Μητσοτάκη, όπως συζητούν στο Μαξίμου, προκειμένου η διαφωνία των πολιτών στο ονοματολογικό να στραφεί συντονισμένα εναντίον της ίδιας κυβέρνησης που κέρδισε την εξουσία, όντας το προϊόν της λαϊκής οργής της πρώτης μνημονιακής τετραετίας.
 
 Διότι, η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά όχι ακριβώς όπως το έλεγε ο Μαρξ. Επαναλαμβάνεται, επειδή κάποιοι δεν την μελετούν και, εν προκειμένω, δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι αυτό που συνέβη σε άλλους μπορεί να συμβεί με την ίδια ευκολία και σ’ αυτούς.
Σχολιάστε ...