Αν κάποιος θέλει να δει την εικόνα με αισιόδοξη οπτική, θα εστιάσει στο γεγονός ότι μέσα σε 4 χρόνια αυξήθηκε κατά σχεδόν 1.000% η χορήγηση αδειών διαμονής σε αλλοδαπούς, που αποφάσισαν να επενδύσουν στην ελληνική αγορά ακινήτων, αξιοποιώντας το «παράθυρο» της Golden Visa.

Όμως, για πρώτη φορά υπάρχει έντονος προβληματισμός στις ελεγκτικές υπηρεσίες για τις ενδείξεις φοροδιαφυγής ή «ξεπλύματος» μέσω της αγοράς ακινήτων.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του υπουργείου Μεταναστευτικής πολιτικής, ως το τέλος του περασμένου Νοεμβρίου είχαν δοθεί 9.756 άδειες διαμονής, τύπου Golden Visa, σε ξένους επενδυτές ακινήτων και στις οικογένειες τους. Πάνω από τις μισές (5.367) αφορούν σε Κινέζους κι ακολουθούν Τούρκοι (1.028) και Ρώσοι (1.012), με όλους τους υπόλοιπους (Λιβανέζους, Ιρακινούς κ.λ.π.) να είναι σε μεγάλη απόσταση.

Το δεύτερο στοιχείο, που παρουσιάζει ενδιαφέρον, είναι η κατακόρυφη αύξηση του ρυθμού χορήγησης τέτοιων αδειών, η οποία αντανακλά και το εντεινόμενο ενδιαφέρον από ξένους για την ελληνική κτηματαγορά, η οποία θεωρείται ακόμα φτηνή. Το 2014, χρονιά ψήφισης του νέου πλαισίου, ο αριθμός των αδειών διαμονής σε επενδυτές ήταν μόλις 888, το 2015 υπερδιπλασιάστηκε και το 2018 «έπιασε» τις 10.000.

Το τρίτο στοιχείο που έχει ενδιαφέρον είναι το πώς κατανέμονται γεωγραφικά αυτές οι άδειες. Στην πρώτη θέση, ως ήταν αναμενόμενο, βρίσκεται η Αθήνα με 3.397 άδειες, στη δεύτερη ο Πειραιάς με 2.707 και στην τρίτη υπάρχει η έκπληξη: Παλλήνη με 1.550 άδειες.

Η ραγδαία εξάπλωση του φαινομένου έχει κινητοποιήσει, πάντως, τις φοροελεγκτικές υπηρεσίες, παρά το ότι το πλαίσιο της Golden Visa θεωρητικά έχει ασφαλιστικές δικλείδες.

Σε σχετική έκθεση του υπουργείου Οικονομικών επισημαίνεται ότι για τις περιπτώσεις αγοροπωλησίας ακινήτου ή μίσθωσης ξενοδοχειακών καταλυμάτων ή τουριστικών κατοικιών άνω των 250.000 ευρώ για τις οποίες χορηγείται σε πολίτη τρίτης χώρας άδεια διαμονής, το τίμημα καταβάλλεται με δίγραμμη τραπεζική επιταγή ή με άλλη τραπεζική συναλλαγή, τα ειδικότερα στοιχεία της οποίας πρέπει να δηλώνονται υπευθύνως από τους συμβαλλόμενους ενώπιον του συμβολαιογράφου που συντάσσει το συμβόλαιο και τα αναγράφει σε αυτό.

Επίσης, η χρήση μετρητών έχει περιοριστεί από το 2015 και μετά λόγω των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. Παρά τα ανωτέρω, οι συμβολαιογράφοι σε σχετική ερώτηση σε ερωτηματολόγιο για το «ξέπλυμα» δήλωσαν σε ποσοστό 88% ότι στις συναλλαγές στις οποίες εμπλέκονται γίνεται χρήση μετρητών και συνεπώς το ύψος των δραστηριοτήτων του κλάδου σε μετρητά κρίνεται υψηλό!

Με αυτά τα δεδομένα, στο μικροσκόπιο των υπηρεσιών της ΑΑΔΕ θα μπουν στο επόμενο διάστημα περίπου 4.000 μεσίτες ακινήτων, που χαρακτηρίζονται ως ομάδα υψηλού κινδύνου, καθώς και πάνω από 3.000 συμβολαιογράφοι.

πηγή economistas.gr

Σχολιάστε ...