Ο δρόμος για τη μετάβαση της Ελλάδας στη μεταμνημονιακή περίοδο, έστω και με καθυστερήσεις και εν μέσω έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης, είναι βέβαιον ότι ανοίγει σε περίπου πέντε μήνες.

Παρότι οι δεσμεύσεις, που έχουν ήδη αναληφθεί, θα μας κυνηγούν για πολλά ακόμη χρόνια. Τέλος του καλοκαιριού κλείνει ένας κύκλος, που άνοιξε τέτοιες μέρες πριν από οκτώ χρόνια με το περίφημο… διάγγελμα του Γ. Παπανδρέου από το Καστελόριζο, και ήδη τα κόμματα, ιδιαίτερα της συγκυβέρνησης (ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ), αναπτύσσουν τον πολιτικό σχεδιασμό τους με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές.

Για το πώς θα κυβερνηθεί, βέβαια, η χώρα κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο ούτε κουβέντα. Αλλά… χαρές και πανηγύρια που «εμείς σας βγάζουμε από τα μνημόνια». Ο πρωθυπουργός, μάλιστα, επέλεξε να μας πει ανήμερα το Πάσχα ότι, χάρη στη δική του κυβέρνηση, περνάμε από τη «μνημονιακή» στη «μεταμνημονιακή» εποχή. Λες και δεν θα βγαίναμε από τα μνημόνια και με τους Σαμαρά – Βενιζέλο, αν υπογράφαμε τότε τα σκληρά μέτρα που υιοθέτησε αργότερα η «πρώτη φορά Αριστερά» και δεν ανατρεπόταν η τότε κυβέρνηση.

Αυτό που δεν μας είπε, όμως, είναι πόσο συνέβαλε η δική του περίοδος (αντιπολιτευόμενη και κυβερνητική), ώστε να φτάσει η Ελλάδα να πέσει στα γόνατα και να χρειαστεί μετά ο ίδιος και η κυβέρνησή του να τη σηκώσουν και «να τη ξαναστήσουν στα πόδια της». Όπως αποφεύγει να μας πει πόσο οπισθοχώρησε η Ελλάδα στο πρώτο εξάμηνο της δικής του διακυβέρνησης, τότε που είχε –κατά τη δική του παραδοχή– «αυταπάτες» και χρειάστηκαν τα νέα οδυνηρά μέτρα.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση φαίνεται να πετυχαίνει σήμερα το εντελώς αντίθετο από εκείνο που υποσχέθηκε. Έπιασε πλεονάσματα πάνω από τους στόχους και ανάπτυξη κάτω από τις προβλέψεις. Βέβαια είναι λογικό. Όταν μαζεύεις φόρους, δεν αφήνεις χρήμα για ανάπτυξη. Και το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο, όταν το ΔΝΤ δεν συμφωνεί μαζί μας στην αξιολόγηση των πλεονασμάτων. Και πλησιάζει και η 21η Ιουνίου, τότε που η κυβέρνηση θα πρέπει να έχει ολοκληρώσει και τα 88 προαπαιτούμενα, που απαιτεί η τέταρτη αξιολόγηση. Αυτά είναι απαραίτητα για να τελειώσει το πρόγραμμα τον Αύγουστο, να μπει στη συζήτηση της «καθαρής εξόδου» και, κυρίως, να πάρει κάτι για το χρέος.

Ωστόσο, μέχρι να φτάσει εκεί, υπάρχουν άλλα δύο ορόσημα. Η Eurostat θα επαληθεύσει ή θα διαψεύσει τις επιδόσεις για το πλεόνασμα και την ανάπτυξη και ταυτοχρόνως το ΔΝΤ θα μας πει αν απαιτεί να εφαρμοστεί πιο νωρίς, δηλαδή τώρα, η περικοπή των συντάξεων και η μείωση του αφορολόγητου. Είναι δυνατόν, όμως, να οδηγήσουν τη χώρα στις εκλογές με το… αφήγημα κομμένες οι συντάξεις; «Δεν είμαστε αφελείς να πάμε σε εκλογές και να έχουμε κόψει συντάξεις», το ξεκαθάρισε όμως ο Πάνος Καμμένος.

Έτσι, στον δρόμο προς τις εκλογές οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ θα στηριχθούν στο διπλό αφήγημα:

·        Σας βγάλαμε από τα μνημόνια.

·        Κάνουμε πράξη την επαγγελία για πάταξη της διαφθοράς στο πολιτικό σύστημα και ευρύτερα στον δημόσιο βίο.

Βέβαια, αφού είδαν στο Μέγαρο Μαξίμου ότι η υπόθεση Novartis αρχικώς τους ενίσχυσε, τουλάχιστον δημοσκοπικά, συγκεντρώνουν ήδη με εντατικό ρυθμό στοιχεία και για άλλες «σκανδαλώδεις» υποθέσεις. Ο επικοινωνιακός σχεδιασμός, μάλιστα, του Μαξίμου προβλέπει το επόμενο χρονικό διάστημα «βομβαρδισμό» με τέτοιου τύπου αποκαλύψεις, που, όπως πιστεύουν οι κυβερνητικοί, όχι μόνο θα συμβάλει αποφασιστικά στην εξισορρόπηση του πολιτικού-εκλογικού κόστους, λόγω των βαρύτατων μνημονιακών μέτρων που εφάρμοσαν, αλλά και στην ανάκαμψη και στο «κλείσιμο της ψαλίδας».

Και η αλήθεια είναι ότι στην παρούσα χρονική περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μεν σταθεροποιήσει χαμηλότερα το δημοσκοπικό ποσοστό του, αλλά φαίνεται να έχει εδραιωθεί ως ο ένας από τους δύο πυλώνες του πολιτικού συστήματος (ο άλλος είναι αναμφισβήτητα η ΝΔ).

Το Κίνημα Αλλαγής, που κάποια στιγμή είχε φανεί πως θα μπορούσε να αναπτύξει δυναμική και ενδεχομένως να μικρύνει την απόσταση που το χωρίζει από τον ΣΥΡΙΖΑ, δείχνει να καθηλώνεται στις προσδοκίες του.

Έτσι, η «πρώτη φορά Αριστερά» θέλει να δείχνει πως μετατρέπεται σε ιδιότυπο πολιτικό εκφραστή του αποκαλούμενου κεντροαριστερού χώρου.

Γι’ αυτό και οι επόμενες εκλογές για τον Τσίπρα και το κόμμα του (όποτε και αν αυτές διεξαχθούν) θα είναι μία μάχη για το μεγαλύτερο δυνατό ποσοστό και όχι για την πρωτιά, παρότι επισήμως τη διεκδικούν. Ο στόχος για το μεγαλύτερο δυνατό εκλογικό ποσοστό δεν είναι απλώς ο συνήθης ποσοτικός στόχος που όλα τα κόμματα θέτουν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση.

Πρόκειται και για ποιοτικό πολιτικό στόχο. Όσο πιο υψηλό ποσοστό αποσπάσει ο ΣΥΡΙΖΑ, τόσο μεγαλύτερη δυνατότητα θα έχει αφενός να αποφύγει εναντίον του μεθοδεύσεις (όπως δικαστικές διώξεις), αφετέρου να επηρεάσει τη στάση του ΚΙΝΑΛ την επόμενη ημέρα. Γιατί τότε, εάν η ΝΔ δεν διαθέτει αυτοδυναμία, θα προκύψουν διλήμματα για όλους τους κεντρικούς «παίκτες», προκειμένου να σχηματισθεί κυβέρνηση συνεργασίας, η οποία και θα αντιμετωπίσει τα μείζονα προβλήματα της χώρας.

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

Σχολιάστε ...