Όταν οι νομικές υπηρεσίες του Μεγάρου Μαξίμου αντιλήφθηκαν ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να μην υπερψηφίσει ο κυβερνητικός εταίρος Πάνος Καμμένος μια ενδεχόμενη συμφωνία που θα έρθει στη Βουλή μέχρι τα τέλη Μαΐου για την επίλυση του ζητήματος του ονόματος της γειτονικής FYROM εάν εμπεριέχει τον όρο «Μακεδονία», αμέσως μπήκαν στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και άνοιξαν ένα αρχείο Excel που έχουν στον σκληρό δίσκο.

Σε αυτό, έχουν καταχωρήσει τα ονόματα και τα τηλέφωνα όλων των καθηγητών Συνταγματικού Δικαίου που διδάσκουν στη χώρα μας.

Χωρίς περιστροφές, αποτάθηκαν σε κάποιους από αυτούς, ζητώντας να τους καταθέσουν το συντομότερο δυνατό γνωμοδοτήσεις, με το εξής απλό ερώτημα: «Σε περίπτωση που η Κοινοβουλευτική Ομάδα των Ανεξαρτήτων Ελλήνων δώσει αρνητική ψήφο στη σχετική συμφωνία ή απέχει από τη διαδικασία, χάνεται η δεδηλωμένη της κυβέρνησης ή όχι;».

Κρίσιμο το ερώτημα

Το ερώτημα φαντάζει εξαρχής ιδιαίτερα κρίσιμο, ιδίως εάν συνυπολογίσει κανείς το γεγονός ότι στο πρωθυπουργικό γραφείο έχουν φθάσει πληροφορίες ότι ανάλογες εκθέσεις έχει ζητήσει και η Νέα Δημοκρατία, προκειμένου να δημιουργήσει πρόβλημα στη συγκυβέρνηση.

Όπως αναφέρει στο «Π» άνθρωπος που έχει γνώση των σημειωμάτων που κατατέθηκαν προς το γραφείο του Αλέξη Τσίπρα, η συντριπτική πλειοψηφία των συνταγματολόγων αποφαίνεται ότι η διεθνής συμφωνία που θα προκύψει, εάν οι διακρατικές διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ κριθούν επιτυχείς, δύναται να περάσει με τις θετικές 151 βουλευτών, ακόμη και εάν οι 145 προέρχονται από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ οι υπόλοιποι (τουλάχιστον έξι) ανήκουν στις τάξεις της Νέας Δημοκρατίας, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης, της Χρυσής Αυγής, του ΚΚΕ, της Ένωσης Κεντρώων, του Ποταμιού ή είναι απλώς ανεξάρτητοι. Το γεγονός ότι μπορεί να μην ανήκουν στους ΑΝΕΛ δεν αλλάζει τους συνολικούς κυβερνητικούς συσχετισμούς.

Οι δηλώσεις κυβερνητικών

Στο πλαίσιο αυτό, διόλου τυχαία δεν θα πρέπει να θεωρείται η δήλωση που έκανε για το Σκοπιανό προ ημερών στη δημόσια τηλεόραση ο πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης. Όπως είπε, «η κυβέρνηση τολμάει να βάλει τον δάχτυλον επί τον τύπον των ήλων σε πολύ δύσκολα προβλήματα που επί χρόνια δεν είχαν λυθεί […]. Δεν θα υπάρξει ενδοκυβερνητικό πρόβλημα. Δεν θα υπάρχει θέμα έκφρασης δυσπιστίας ή δεδηλωμένης στο Ελληνικό Κοινοβούλιο».

Σε ανάλογο μήκος κύματος είχε κινηθεί παλαιότερα και ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Κατρούγκαλος, που δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι φέρει και την ιδιότητα του συνταγματολόγου. Μιλώντας στα τέλη Σεπτεμβρίου του 2017 για την πορεία της συγκυβέρνησης, είχε σημειώσει μεταξύ άλλων ότι «λένε ανοησίες όσοι υποστηρίζουν ότι θα υπάρξει απώλεια της δεδηλωμένης εάν δεν υπερψηφιστεί ένα νομοσχέδιο σε περίπτωση που δεν συναινέσουν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Η δεδηλωμένη χάνεται μόνο με τον τρόπο που ορίζει το άρθρο 84 του Συντάγματος. Όλα τα άλλα συνιστούν απλώς προπαγανδιστικές κινήσεις απόγνωσης όσων είχαν επενδύσει στο σενάριο της “αριστερής παρένθεσης”».

Τι προβλέπει όμως το εν λόγω άρθρο του Συντάγματος;

Βάσει των γνωμοδοτήσεων που έχουν φθάσει στο Μέγαρο Μαξίμου αλλά και της άποψης που εκφέρει η συντριπτική πλειοψηφία των νομικών σε ζητήματα Συνταγματικού Δικαίου, μια κυβέρνηση, εάν δεν παραιτηθεί, πέφτει μόνο σε δύο περιπτώσεις.

Πρώτον, εάν δεν λάβει ψήφο εμπιστοσύνης από την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων βουλευτών – η οποία όμως δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερη από τα δύο πέμπτα του όλου αριθμού των βουλευτών (δηλαδή τουλάχιστον 120 εκπροσώπων του έθνους).

Δεύτερον, εάν κατατεθεί από τουλάχιστον 50 βουλευτές πρόταση δυσπιστίας και αυτή ακολούθως εγκριθεί από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών – δηλαδή θα πρέπει να ταχθούν υπέρ της δυσπιστίας τουλάχιστον 151 βουλευτές.

Όπως έχει τονίσει σε ανύποπτο χρόνο και ο καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Σωτηρέλης, αφότου μετά από εθνικές εκλογές σχηματισθεί κυβέρνηση και λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, η επίκληση της δεδηλωμένης, δεν έχει νομικά καμία σημασία.

«Ακόμα και εάν ο συνολικός αριθμός των βουλευτών της κυβερνητικής παράταξης υπολείπεται της απόλυτης πλειοψηφίας κατά την ψήφιση ενός σημαντικού νομοσχεδίου, συνταγματικά δεν τίθεται θέμα απαλλαγής της κυβέρνησης από τα καθήκοντά της. Ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί είναι είτε να παραιτηθεί είτε να χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής με τις συγκεκριμένες διαδικασίες που προβλέπονται», τις οποίες και προαναφέραμε.

Οι χειρισμοί της αντιπολίτευσης

Στον αντίποδα πάντως, βουλευτές της μείζονος αντιπολίτευσης έλεγαν σε ένα από τα «πηγαδάκια» που είχαν στήσει στο εντευκτήριο της Βουλής, λίγο πριν την ψηφοφορία για το πολυνομοσχέδιο την περασμένη Δευτέρα το βράδυ, ότι δεν μπορεί να ταυτίζεται μια διαφοροποίηση βουλευτών της συγκυβέρνησης σε επιμέρους άρθρα ενός νομοσχεδίου με την άρνησή τους να ψηφίσουν σε ένα θέμα μείζονος εθνικής σημασίας, όπως είναι αυτό για την τελική ονομασία που θα πάρει η ΠΓΔΜ.

Ουσιαστικά δηλαδή, με όσα έλεγαν, έθεταν ζήτημα ηθικότητας και όχι τόσο πολύ συνταγματικότητας. Άλλωστε οι βουλευτές της ΝΔ γνωρίζουν καλά πως ακόμη κι αν θέσουν ζήτημα προτάσεως δυσπιστίας, αυτή θα καταπέσει, αφού ο κυβερνητικός συνασπισμός δεν δείχνει διατεθειμένος να απαγκιστρωθεί από την εξουσία και το πιθανότερο είναι να εξαντλήσει την τετραετή θητεία – τουλάχιστον αυτό προκύπτει από τα μέχρι στιγμής πολιτικά δεδομένα.

Να θυμίσουμε πάντως ότι στις 14 Αυγούστου 2015 είχε εγκριθεί από τη Βουλή το 3ο μνημόνιο χωρίς ο κυβερνητικός συνασπισμός να έχει την πλειοψηφία στην ψηφοφορία, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ κατέγραψε συνολικά 47 απώλειες (32 βουλευτές του είπαν «όχι», 11 δήλωσαν «παρών» και άλλοι τέσσερις διαφοροποιήθηκαν σε επιμέρους άρθρα, με τους περισσότερους να ακολουθούν κατόπιν τον Παναγιώτη Λαφαζάνη στο νέο του πολιτικό εγχείρημα). Τότε η δανειακή σύμβαση είχε ψηφιστεί (και) με τη σύμπραξη της Νέας Δημοκρατίας, αλλά ακολούθως ο Αλέξης Τσίπρας αποφάσισε να παραιτηθεί και να προκηρυχθούν πρόωρες εκλογές, τις οποίες και κέρδισε εκ νέου τον Σεπτέμβριο του 2015.

Το τι θα ακολουθήσει σε μια τυχόν νέα σημαντική κοινοβουλευτική διαφοροποίηση τώρα, μένει να διαφανεί…

του Γιώργου Σαρρή

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 20/1

Σχολιάστε ...