Ήταν 24 Ιουλίου του 1974 όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι εν μέσω πανηγυρισμών από χιλιάδες κόσμου, ορκιζόταν πρωθυπουργός της Ελλάδας, επικεφαλής της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας που σχηματίστηκε λίγες μόνον ώρες από την κατάρρευση της επτάχρονης δικτατορίας.

Στα 44 χρόνια που έχουν περάσει από εκείνη την ημέρα, η Ελλάδα έχει αποτελέσει το σκηνικό για μια σειρά γεγονότων, θετικών και αρνητικών . Ένταξη στην ΕΕ, αλλαγές κυβερνήσεων, εθνικές κρίσεις, διοργάνωση Ολυμπιακών Αγώνων, μνημόνια, αλλαγή νομίσματος, κυβέρνηση «πρώτη φορά Αριστερά» είναι μερικά μόνο από τα γεγονότα που αποτελούν τη σύγχρονη ιστορία της χώρας.

Η εμπέδωση της δημοκρατίας, του προεδρευόμενου κοινοβουλευτικού μας συστήματος, είναι ασφαλώς η μεγαλύτερη κατάκτηση της Μεταπολίτευσης, παρότι παθογένειες δεκαετιών έχουν δυστυχώς επανέλθει και πολλαπλασιαστεί, ορισμένες από τις οποίες μεταλλάχθηκαν σήμερα με την κυριαρχία του εθνικολαϊκισμού.

Η πτώση της δικτατορίας πάντως είχε δημιουργήσει τις ευνοϊκές συνθήκες που γέννησαν την ελπίδα ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες γερές δομές, που θα οδηγούσαν την Ελλάδα σε ένα μέλλον προόδου. Αν και τα επιτεύγματα της περιόδου σε κοινωνικό κυρίως επίπεδο ήταν σημαντικά, καθώς θεμελίωσαν τον εκδημοκρατισμό που είχε τόσο ανάγκη η ελληνική κοινωνία, η αδυναμία εξάλειψης παλαιοκομματικών λογικών, που απέτρεψαν τη ριζική πολιτική και οικονομική αναδιάρθρωση του σκηνικού, θέτουν σήμερα την περίοδο της Μεταπολίτευσης στο στόχαστρο της κριτικής, όσον αφορά στο αν πέτυχε τα διακυβεύματα που υποσχέθηκε.

Η περίοδος της Μεταπολίτευσης είναι η πιο μακρόχρονη ειρηνική περίοδος ευημερίας της σύγχρονης ιστορίας της χώρας. Η δημοκρατία απέκτησε στέρεες βάσεις, οι θεσμοί ισχυροποιήθηκαν, η ένταξη της χώρας στην ευρωπαϊκή οικογένεια έβγαλε τον τόπο μας από την ανασφάλεια και την ανέχεια. Το βιοτικό επίπεδο αυξήθηκε κατακόρυφα, όλοι οι οικονομικοί δείκτες βελτιώθηκαν, μια νέα μεσαία τάξη αναδύθηκε.

Βεβαίως η περίοδος της Μεταπολίτευσης δεν είχε μόνο θετικές πλευρές. Δεν θα μπορούσε άλλωστε. Στη διάρκειά της οικοδομήθηκε ένα κομματικό κράτος πελατειακού χαρακτήρα. Η οικονομία, που κυρίως στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στηρίχτηκε στον δανεισμό και στα κοινοτικά προγράμματα, απέκτησε έντονα χαρακτηριστικά κρατικού παρεμβατισμού, χάνοντας κάθε χρόνο σε ανταγωνιστικότητα και εξωστρέφεια.

Όλες οι κυβερνήσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις, προτίμησαν τα εύκολα λόγια από τις δυσάρεστες αλήθειες. Διαπαιδαγώγησαν τους πολίτες, ιδιαίτερα οι πρώτες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, στον λαϊκισμό και τις μαγικές λύσεις. Η ελληνική κοινωνία δεν ήταν αναπτυξιακή, φιλοεπενδυτική. Ήταν βαθιά συντηρητική, με κρατική παρασιτική οικονομία. Το αποτέλεσμα ήταν η παγκόσμια κρίση του 2009 να αναδείξει όλες αυτές τις στρεβλώσεις, το βαρύ κόστος των οποίων πληρώσαμε και εξακολουθούμε να πληρώνουμε και σήμερα.

Βρισκόμαστε σήμερα σε σημείο καμπής, όπου η περίοδος της Μεταπολίτευσης (πρώτης, δεύτερης, τρίτης γενιάς, όπως ο καθένας το εκλαμβάνει) με τα θετικά και τα αρνητικά της, φτάνει ουσιαστικά στο τέρμα με το τέλος και της μνημονιακής εποχής. Και σε αυτό το σημείο ζούμε μία μεγάλη ιστορική αντίφαση. Όλα τα θετικά της Μεταπολίτευσης αμφισβητούνται από μία κυβέρνηση που, στο όνομα της ανανέωσης και του καινούργιου, συγκεντρώνει και αρνητικά του παρελθόντος.

Τώρα δύο καθαρές επιλογές έχουμε μπροστά μας: Ή θα συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως σήμερα μπαίνοντας σε αχαρτογράφητα νερά, με το ένα πόδι έξω και με το άλλο μέσα σε μία Ευρώπη αντιθέσεων και προκλήσεων, ή θα αλλάξουμε πορεία μεταμορφώνοντας ριζικά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, παίρνοντας διαζύγιο από τον ακραίο κρατισμό, δημιουργώντας τις αναγκαίες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες για οριστική και βιώσιμη ανάπτυξη με ιδιωτικά κεφάλαια και συμπράττοντας σε μερικές περιπτώσεις με το Δημόσιο, προασπίζοντας παράλληλα το ευρωπαϊκό κεκτημένο, το κράτος δικαίου, τις κατακτήσεις των προηγούμενων ετών.

Όποια κυβέρνηση μπορεί να εγγυηθεί την υπέρβαση της κρίσης, τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας και το μεγάλο ζητούμενο για την πατρίδα μας, που δεν είναι άλλο από την αύξηση του εθνικού μας πλούτου, τη μόνη πραγματική φιλολαϊκή πολιτική, θα πετύχει. Αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται με ξερίζωμα της κρατικίστικης νοοτροπίας, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας, από τη δημιουργία κλίματος ασφάλειας για επενδύσεις και από την αλλαγή του κράτους και τη μετατροπή του από βαρίδι σε αρωγό της ανάπτυξης. Με ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό του ρόλου του, με ευρεία ανάθεση αρμοδιοτήτων στον ιδιωτικό τομέα, με αξιολόγηση δομών και προσώπων, με πάταξη της γραφειοκρατίας, με μείωση της φορολογίας, ανάδειξη της αξιοκρατίας, με συρρίκνωση και απλοποίηση της νομοθεσίας, με ευελιξία και αποτελεσματικότητα.

Πάνω σε αυτήν τη φιλοσοφία θα πρέπει να κινηθεί η επόμενη κυβέρνηση, όποια και είναι, ώστε να αποτελέσει οδηγό στην αλλαγή πορείας που χρειάζεται η χώρα για τη μετα-μεταπολιτευτική περίοδο.

του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

Σχολιάστε ...