Του Πάνου Μπαΐλη

Αν κάποιος αναζητήσει στον χώρο της Κεντροδεξιάς ένα πρόσωπο που καθιερώθηκε στη σύγχρονη πολιτική ζωή του τόπου μόνος του και χωρίς ισχυρές πολιτικές πλάτες, δεν θα παρακάμψει τον υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων, κ. Αρη Σπηλιωτόπουλο.

Και δεν θα το κάνει, γιατί είναι ο πολιτικός που συνέδεσε το όνομά του με ό,τι πιο φρέσκο είχε να παρουσιάσει η Κεντροδεξιά, ακολουθώντας μια διαφορετική πορεία, η οποία όμως δεν τον έβγαλε από τις καθημερινές του συνήθειες.

Μόνος του επέλεξε τον πολιτικό του χώρο, κόντρα στους δικούς του και στο ρεύμα της εποχής, που ήθελε τους νέους να σπεύδουν να ενταχθούν στο ΠΑΣΟΚ για να εξασφαλίσουν το μέλλον τους. Για τον Αρη Σπηλιωτόπουλο αυτό δεν «ταίριαζε ούτε στον χαρακτήρα του, ούτε στην ιδιοσυγκρασία του». Δεν παρασύρθηκε. Οπως έκανε και όταν εξελέγη βουλευτής, σε ηλικία μόλις 34 χρόνων. Δεν παρασύρθηκε από την αίγλη της εξουσίας, συνέχισε να πηγαίνει στα μπαρ, να γυμνάζεται καθημερινά και να ακολουθεί ένα ισορροπημένο πρόγραμμα, υιοθετώντας έναν τρόπο ζωής που απέφευγαν οι παραδοσιακοί πολιτικοί.

Γνωρίζοντας καλά το επικοινωνιακό παιχνίδι, άρχισε να κερδίζει γρήγορα πόντους στο εσωτερικό της ΝΔ και σε ηλικία 27 ετών, το 1993, ανέλαβε τη Γραμματεία Πολιτικού Σχεδιασμού, Επικοινωνίας και Ιδεολογίας της Νέας Δημοκρατίας. Το 1997 έγινε εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος, εισάγοντας νέα ήθη στην ενημέρωση: Εκφέρει έναν προσεγμένο και πολιτισμένο πολιτικό λόγο, χωρίς να προκαλεί τους αντιπάλους του, και ντύνεται όπως «αυτός αισθάνεται καλά» με ρούχα ιταλικών οίκων, κερδίζοντας το επικοινωνιακό παιχνίδι με τους δημοσιογράφους.

Αλλωστε, από μαθητής στο Πρότυπο Λύκειο Πάτρας, ο γεννημένος το 1966 Αριστόβουλος Σπηλιωτόπουλος, είχε το χάρισμα της επικοινωνίας, με τους συμμαθητές και τους δασκάλους του. Παράλληλα, όμως, είχε και την ικανότητα να γίνεται «αρχηγός της παρέας», είτε ως «πλήρωμα» στο καρναβάλι της Πάτρας είτε ως «συνδικαλιστής».

Σε ηλικία των 15 χρόνων είχε άμεση εμπλοκή και πρωταγωνιστικό ρόλο στις αντιδράσεις της ΜΑΚΙ, στην πρόθεση της τότε κυβέρνησης Παπανδρέου να καταργήσει τα πρότυπα σχολεία. Η ΜΑΚΙ, η οργάνωση της ΝΔ στους μαθητές, αντέδρασε, και ο Αρης Σπηλιωτόπουλος έσπευσε να συνταχτεί με τις θέσεις τους παρά τις διαφωνίες της οικογένειάς του, η οποία δεν ήταν εύπορη και εκείνη την περίοδο έμενε στην οδό Παναχαϊκού.

Ο συνδικαλισμός στο σχολείο ήταν για τον Αρη μια διεργασία απαραίτητη -εκείνη την περίοδο- και οι συμμαθητές του τον εξέλεξαν στο δεκαπενταμελές. Είχε μπει πλέον στον προθάλαμο της ΝΔ και επιβαλλόταν στις παρέες του. Αν και τα πειρατικά ραδιόφωνα απαγορεύονταν, ο Αρης Σπηλιωτόπουλος έστησε ένα όπου έπαιζε μόνο μουσική. Η Αστυνομία, όμως, το εντόπισε και το έκλεισε. Δεν έμαθε ποτέ ποιος τον «κάρφωσε».

Οσο ήταν μαθητής είχε πολλούς φίλους, η φιλία, όμως, που έμεινε ήταν αυτή με τον ανιψιό του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκο Στεφανόπουλο. Το 1985 ήταν η χρονιά που έγινε φοιτητής στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Aθηνών, αλλά και μέλος της ΟΝΝΕΔ. Το οξυμμένα πάθη και οι έντονες αντιπαραθέσεις μεταξύ των πολιτικών νεολαιών δεν τον εξέφραζαν.

Την περίοδο, όμως, εκείνη κλήθηκε να πάρει θέση στο εξής δίλημμα: ΝΔ ή ΔΗΑΝΑ; Επέλεξε τη ΔΗΑΝΑ, όπως και πολλοί νέοι από την Πάτρα. Το 1989, όταν στην Ελλάδα κυριαρχούσαν τα σκάνδαλα και η σκανδαλολογία, ο Αρης  έφυγε για master στο Λονδίνο, όπου έκανε μεταπτυχιακό στην πολιτική επικοινωνία και στα Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας. Αυτό που έκανε πλέον ήταν να παρακολουθεί τον τρόπο επικοινωνίας των κομμάτων στην Ελλάδα και να καταγράφει αδυναμίες και λάθη. Τις παρατηρήσεις του αυτές μετέφερε στη μεταπτυχιακή του εργασία: «H πολιτική επικοινωνία και διαφήμιση των ελληνικών πολιτικών κομμάτων στις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις 1989-1990».

 Εκεί, στην Αγγλία, όπως έχει πει πρόσφατα, πουλούσε δερμάτινα μπουφάν στην υπαίθρια αγορά της Camden Town για να συμπληρώσει το εισόδημά του. Οπως ο ίδιος έχει πει δεν «έκανε παραεμπόριο, γιατί πλήρωνε κανονικά τους φόρους». Αποδείχθηκε καλός πωλητής, κέρδιζε χρήματα και διασκέδαζε χωρίς να σχεδιάζει το πολιτικό του μέλλον. Εκείνη την περίοδο, αλλά και αργότερα, τα πάρτι ήταν ο αγαπημένος του τρόπος διασκέδασης και πρωταγωνιστούσε στην οργάνωσή τους στην Πάτρα, στην Αθήνα, αλλά και τον Λονδίνο. Οταν επέστρεψε στην Αθήνα, στη ΝΔ η κατάσταση δεν ήταν καλή, μετά την περιπετειώδη τριετία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Ο Μιλτιάδης Εβερτ ήρθε στο προσκήνιο και η ΔΗΑΝΑ δεν είχε μέλλον. Ο Γιάννης Λούλης, συνεργάτης τότε του Εβερτ, ανακάλυψε τον κ. Σπηλιωτόπουλο, ο οποίος εντάχθηκε στην Οµάδα Πολιτικού Σχεδιασµού της ΝΔ. Εκεί εξέφραζε τις απόψεις του… ελεύθερα και αυτό τον έθεσε εκτός του στενού κύκλου του τότε αρχηγού, πράγμα που μάλλον καλό του έκανε, αφού τον έφερε κοντά στον Κώστα Καραμανλή, μια θέση που ενισχύθηκε όταν αυτός διαδέχθηκε τον Εβερτ.

 Ετσι, ο κ. Σπηλιωτόπουλος, έχοντας αφήσει πίσω τα μακριά μαλλιά και τις διασκεδάσεις, γίνεται ο καλοντυμένος πολιτικός που φέρνει τον αέρα του φρέσκου. Kαι είναι αυτός ο αέρας του «διαφορετικού πολιτικού», τον οποίο «θέλει να αναπνέει» έξω από τους κανόνες που επιβάλλει ο καθωσπρεπισμός. Σπάνια αρνείται έναν κρύο καφέ στο Κολωνάκι, ενώ τα καλοκαίρια δεν λέει όχι στη Μύκονο, αλλά και τον χειμώνα στην Αράχοβα, όπου επιδίδεται και στο αγαπημένο του σπορ, το σκι. Οταν βρίσκεται στην Αθήνα, κινείται στο κέντρο και στην Παραλιακή, πίνει το αγαπημένο του ουίσκι και στα εστιατόρια που πάει δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραγγείλει περίεργα πιάτα. Βεβαίως, κάποιες φορές πάει και στα μπουζούκια. Δεν αρνείται τον τρόπο ζωής του, επειδή κάποιοι τον επικρίνουν.

Και σε όσους εμμέσως τον κατηγορούν για τον χρόνο που ζει στην Αθήνα ή τη Μύκονο απαντά, επίσης, με τον δικό του τρόπο: «Μένω στην Αθήνα από 17 ετών και δεν την… απάτησα ποτέ. Μένω συνεπής σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής και στην Αθήνα, αλλά δεν μπορώ να πουλάω παραμύθια. Δεν μπορώ να πω ότι το καλοκαίρι, τον Αύγουστο, δεν θα πάω εκεί όπου η σύντροφός μου μπορεί να έχει σπίτι. Προφανώς και θα πάω στο σπίτι της κοπέλας μου, της συντρόφου μου. Δεν καταλαβαίνω πού ακριβώς θέλετε να πάω. Να πάω σε άλλο νησί να πληρώνω ξενοδοχείο; Οσοι λένε ότι πάω συνεχώς στη Μύκονο, ας έρθουν να μου πληρώσουν και το ξενοδοχείο και όλα».

Οπου και αν βρίσκεται δεν χάνει την κομψότητά του. Είτε φορά φουλάρι, είτε γραβάτα πάντα φροντίζει τα ρούχα να μην αφαιρούν από την προσωπικότητά του, αλλά να ενισχύουν το προφίλ του, που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους συναδέλφους του, οι οποίοι επιμένουν στο στυλ που αποπνέει σοβαρότητα.

Ο Αρης Σπηλιωτόπουλος, όμως, δεν είναι από αυτούς που κρίνει τους ανθρώπους από το πώς ντύνονται ή από το πώς εκφράζονται. Τους αξιολογεί με βάση τα δικά του κριτήρια και για τον λόγο αυτόν δεν κρύβει ότι έχει σε εκτίμηση τον Θόδωρο Πάγκαλο ή τον Αλέκο Παπαδόπουλο που ανήκουν σε άλλον πολιτικό χώρο. Γενικώς, εκτιμά τους ανθρώπους που έχουν κάτι να πουν και ας είναι αντίπαλοι.

 Who is Who

Ο Αρης Σπηλιωτόπουλος, βουλευτής της ΝΔ στη Β’ Αθηνών, είναι πολιτικός αναλυτής και επικοινωνιολόγος. Εχει διατελέσει υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθώς και Τουρισμού και Τουριστικής Ανάπτυξης. Αυτές ήταν και οι δύο «ανώτερες» θέσεις που έχει καταλάβει μέχρι τώρα, ελπίζοντας ότι «τώρα ήρθε η ώρα να κάνει το άλμα για τον μεγαλύτερο δήμο της χώρας».

Είναι απόφοιτος της Προτύπου Σχολής Πατρών, της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών-Τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών και έχει κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο.

 Εχει εργαστεί σε εταιρείες διαφήμισης και δημοσκοπήσεων και έχει διδάξει  Πολιτική Επικοινωνία, Ειδικά Θέματα Επικοινωνίας, Πολιτικές Επιστήμες και Ερευνα Αγοράς σε Τμήματα Δημοσιογραφίας, Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής το 2000 και από τότε έχει εκλεγεί άλλες τέσσερις φορές: το 2004, το 2007, το 2009 και το 2012.

Από την εφημερίδα «ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ»  που κυκλοφορεί

Σχολιάστε ...