λουκουμάδες

Κείμενο: Φένια Κωνσταντινίδου

Φωτογραφίες: Γιώργος Φύλλας

 

Δεν υπάρχει Αθηναίος από τον παλαιότερο μέχρι τον πιο νεοφερμένο που να μην ξέρει ποιο μαγαζί υπάρχει στον κεντρικότερο δρόμο της Αθήνας στο νούμερο 46. Όταν λέμε κεντρικότερο εννοούμε την Πανεπιστημίου, και όταν λέμε το γνωστότερο, εννοούμε βέβαια τους λουκουμάδες «Αιγαίον»!!!

Αν βρεθείς στην γωνία Χαρ. Τρικούπη και Πανεπιστημίου είναι σίγουρο πως θα κάνεις μια στάση στο Αιγαίον αφού η μυρωδιά του φρεσκοτηγανισμένου λουκουμά με το ζεστό μέλι και την κανέλα θα σου σπάσει τα ρουθούνια.

Κάπως έτσι βρεθήκαμε κι εμείς μέσα χωρίς να το καταλάβουμε, να μιλάμε κάτω από τα αγαπημένα κάδρα του μπαμπά του με τον τρίτης γενιάς συνεχιστή και συνονόματο του παππού του Γιώργο Φύλλα, για την ιστορία του μαγαζιού που είναι γεμάτο γεύσεις και μυρωδιές.

Ο νεαρός Γιώργος Φύλλας 28 ετών ξεκίνησε να μας αφηγείται την ιστορία του, αφού πρώτα μας προσέφερε έναν παραδοσιακό ελληνικό καφέ στη χόβολη για να συνοδέψουμε τους ζεστούς λουκουμάδες με μέλι.

Το κατάστημα βρίσκεται σε αυτό το σημείο από το 1926 με ιδρυτή τον παππού Γεώργιο Φύλλα. Οι ρίζες του βρίσκονται στη Χίο και συγκεκριμένα στο πιο καλοδιατηρημένο «Μαστιχοχώρι» της Χίου, τα Μεστά. Από το πέλαγος στο οποίο ανήκει το νησί του κ. Φύλλα πήρε το όνομά του και το μαγαζί.

Η πρώτη σκέψη μόλις ήρθε στην Αθήνα ήταν να ανοίξει ένα παραδοσιακό καφενείο με καφέ, μεζέ και κάνα τσιπουράκι για τους μερακλήδες της εποχής, ενώ η κίνηση να μπει ο λουκουμάς σαν γλυκό ήρθε πολλά χρόνια αργότερα.

Στην ερώτησή μας, αν ο λουκουμάς ήρθε στη «μόδα» τα τελευταία χρόνια μας απάντησε πως από παλιά υπήρχε απλά τώρα τον συναντάμε πολύ περισσότερο γιατί τον στολίζουν με πάρα πολλά πράγματα όπως χρωματιστές τρούφες, πολλές σοκολάτες, φρούτα και σιρόπια. Παρατηρήσαμε πως και το Αιγαίον ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο τον εκμοντερνισμό του λουκουμά βάζοντας, όμως, (όπως μας τόνισε ο ιδιοκτήτης) μόνο σοκολάτα μαύρη την οποία τη φτιάχνουν οι ίδιοι!! Θέλουν να ακολουθούν την παράδοση χωρίς όμως να υστερούν σε αυτά που ζητάει ο κόσμος, γιατί μόνο έτσι μένουν αναλλοίωτοι στο χρόνο. Εκεί κρύβεται και το μυστικό της διαρκούς επιτυχίας. Στις αγνές πρώτες ύλες, στην αγάπη για τη δουλειά και στο ζεστό χαμόγελο.

Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ο ίδιος δεν θέλει να εκμοντερνίσει το μαγαζί του. Όπως μας είπε χαρακτηριστικά είναι πολύ λεπτή η γραμμή που διαχωρίζει το παλιό παραδοσιακό από το «κακό» σύγχρονο. Με αυτό το σκεπτικό δεν έχει βάλει ούτε μηχανή εσπρέσο στο μαγαζί. Οι καφέδες που προσφέρονται είναι ελληνικός, νεσκαφέ και φραπέ. Δεν είναι απαραίτητο για να έρθει η νεολαία στο μαγαζί να μπει «φρέντο καφές», μπορεί πολύ απλά η νεολαία να γυρίσει προς τον ελληνικό!

Διερωτήθηκε φωναχτά, αν αυτές οι σκέψεις δημιουργήθηκαν με αφορμή την επιστροφή του κόσμου προς την παράδοση και τις ρίζες του, λόγω της κρίσης. Και αμέσως απάντησε καταφατικά. Ο κ. Φύλλας πιστεύει πως η επιστροφή στην παράδοση οφείλεται στις χαμηλές τιμές σε συνδυασμό με το καλό υλικό. Είναι μάλλον ένα από τα θετικά που θα αφήσει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα με το πέρασμά της.

Συνεχίσαμε λίγο συζητώντας το θέμα «οικονομική κρίση» θέλοντας κυρίως να μάθουμε ποιο είναι το ουσιαστικό πρόβλημα για αυτά τα μαγαζιά καθώς η τιμή τους δεν αποτελεί (για τους περισσότερους τουλάχιστον) από μόνη της σκόπελο εφόσον δεν μιλάμε για ακριβό προϊόν.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η κατάσταση που επικρατεί στο κέντρο της Αθήνας, η κίνηση στο μαγαζί εξαρτάται από το αν θα λειτουργούν τα Μ.Μ.Μ, αν θα υπάρχει κάποια πορεία ή ακόμα και μία μικρή συγκέντρωση που μπορεί να προκαλέσει μεγάλο πρόβλημα. Σε όλη αυτή την κυκλοφοριακή ταραχή έρχεται να προστεθεί και το πρόβλημα με τους χρήστες ναρκωτικών, τους μικροκλέφτες και τους διακινητές ναρκωτικών.» Μας εξηγεί ο Γιώργος πως παλιά το μαγαζί είχε πολύ κόσμο κυρίως το βράδυ μετά τις νυχτερινές προβολές των κινηματογράφων και των θεάτρων. Τώρα, τα σινεμά του κέντρου είναι λίγο πριν κλείσουν. Ο κόσμος φοβάται να κυκλοφορήσει αργά στο πάλαι ποτέ ένδοξο κέντρο της Αθήνας. Αυτό που έχει μείνει και θυμίζει κάτι από παλιά είναι τα μεσημέρια μετά τα πρωινά παιδικά θέατρα.

Είναι αυτό που λέμε: «Κάθε χρόνο και χειρότερα» μας λέει και μας προλαβαίνει πριν συνεχίσουμε τις ερωτήσεις για την φθίνουσα πορεία του κέντρου.

Καθώς μιλάγαμε, βλέπω τον Γιώργο να κοιτάει το ρολόι στον τοίχο και αμέσως να σηκώνεται, με την κουβέντα είχε περάσει η ώρα και είχε φτάσει πια μεσημέρι. Μετά από λίγα λεπτά είχε καταφτάσει στο τραπέζι μας μια μερίδα λουκουμάδες με κασέρι τριμμένο, η γευστικότατη τυρόπιτα ταψιού και για το τέλος μια γλυκιά και μυρωδάτη γαλατόπιτα.

Όσο τρώγαμε, μας μίλησε για τις σπουδές του και για την, θέλετε διαίσθηση, θέλετε σιγουριά, να ασχοληθεί με το μαγαζί. «Δεν ήξερα με ποιο τρόπο, απλά ήξερα ότι κάποια μέρα θα μπλεκόμουν με το μαγαζί», μπορεί ακόμα και οι σπουδές του στα οικονομικά και τη διοίκηση επιχειρήσεων να ήταν προφητική απόφαση. Στο άκουσμα αυτής της λέξης σκάει ένα πονηρό χαμόγελο σαν να νιώθει περήφανος για την επιλογή του.

Είναι πρόκληση για τον ίδιο η δουλειά, είναι πρόκληση να καταφέρει να κρατήσει την ποιότητα, τον κόσμο που έρχεται στο μαγαζί και κυρίως να συνεχίσει την παράδοση 90 χρόνων. Από τότε που γεννήθηκε είναι περιτριγυρισμένος από αρώματα, χρώματα, γεύσεις, χαμόγελα, κόσμο και με αυτά θέλει να μεγαλώσουν και τα δικά του παιδιά…

Μη μπορώντας να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να μας κάνει να καταλάβουμε έστω και λίγο αυτό που νιώθει, θυμάται μερικά περιστατικά τα οποία σε κάνουν και ανατριχιάζεις. «Είναι σπουδαίο συναίσθημα να έρχονται άνθρωποι σήμερα με τα εγγόνια τους, οι οποίοι ψώνιζαν τότε με τους δικούς τους παππούδες από τον πατέρα μου και να ψωνίζουν για αυτά σήμερα.», μας λέει.

Ακόμα, θυμάμαι, έρχεται συστηματικά ένας κύριος ο οποίος κάθε φορά θέλει να κάτσει σε συγκεκριμένο τραπέζι γιατί σε αυτό είχε κάνει πρόταση γάμου στη γυναίκα του η οποία δεν είναι πια στη ζωή. Αυτός ο άνθρωπος θα περιμένει όση ώρα χρειαστεί μέχρι να αδειάσει το τραπέζι που θέλει…» Μετά από αυτά καταλάβαμε απόλυτα την ανάγκη του για προσφορά στον κόσμο που πια δεν είναι πελάτες, είναι φίλοι, είναι οικογένεια…

Σε αυτό θα εστιάσει, να μην χάσει τους «φίλους» του μαγαζιού, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως δεν κάνει σκέψεις για κάποια αλλαγή στο χώρο η ακόμα και στα προϊόντα.

«Το μόνο σίγουρο είναι πως η ποιότητα θα μείνει ίδια, με τα ίδια αγνά υλικά και τις καλύτερες πρώτες ύλες, όπως έχω μάθει από τον πατέρα μου» μας λέει μυρίζοντας με απόλαυση τους λουκουμάδες που σερβιρίστηκαν στο διπλανό τραπέζι.

Κλείσαμε αυτή την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με ένα αισιόδοξο μήνυμα από τον κ. Γιώργο Φύλλα: « Όλο αυτό θα αλλάξει, όλα θα πάνε καλά… Η ανάκαμψη πάντα έρχεται με πολύ δουλειά και με διατήρηση τις καλής ποιότητας ανεξαρτήτου κόστους και κρίσης….»

Το μαγαζί είναι ανοιχτό κάθε μέρα από τις 8:30 μέχρι τις 23:00.

Το Σάββατο από τις 10:00 μέχρι τις 23:00.

Και μόνο για τη χειμερινή περίοδο (μέχρι το Πάσχα δηλαδή) την Κυριακή από τις 11:30 μέχρι τις 22:30.

 

 

λουκουμάδες1

 

 

Σχολιάστε ...