Θέατρο Πολιτισμός

Σε αυτή τη νεκρή γη, έχουμε ανάγκη μια «Αμυγδαλιά»

Θέατρο-Παραμυθίας

Συνέντευξη στη ΦΩΤΕΙΝΗ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

Φωτογραφίες ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ

«Χώμα τιμημένο, που ‘χουν ανασκάψει για να θεμελιώσουν έναν Παρθενώνα, χώμα δοξασμένο, που ‘χουν ροδοβάψει αίματα στο Σούλι και στο Μαραθώνα. Κι αν σε ξένα χώματα πεθάνω, και το ξένο μνήμα θα ‘ναι πιο γλυκό σα θαφτείς μαζί μου στην καρδιά μου επάνω, χώμα αγαπημένο, χώμα ελληνικό». Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά ποιήματα του Γεώργιου Δροσίνη που αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο ότι πρόκειται για έναν γνήσιο ποιητή, με καθαρότητα στο λόγο, έναν αυθεντικό Έλληνα με ήθος και αρετή.

Αυτόν τον μεγάλο Έλληνα ποιητή και άνθρωπο υμνεί η παράσταση «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη». Ένα έργο που έγραψε με ευαισθησία και σεβασμό η Τούλα Μπούτου, η πρώτη γυναίκα Ιατρός-Αναισθησιολόγος στην Ελλάδα, η οποία έχει μελετήσει σε βάθος τον Δροσίνη. Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Στέλιος Γούτης, ενώ τον πρωταγωνιστικό ρόλο ερμηνεύει ο Μανώλης Δεστούνης.

Στο ζεστό θέατρο Παραμυθίας, συναντήσαμε τους συντελεστές της παράστασης. Μιλήσαμε μαζί τους και μοιραστήκαμε την ανάγκη της δημιουργίας μιας «Αμυγδαλιάς» που θα ανθίσει και θα ζωντανέψει τη «νεκρή γη», στην οποία ζούμε σήμερα…

«Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη Νεκρή γη», ονομάζεται το έργο που μνημονεύει το Γεώργιο Δροσίνη. Γιατί επιλέξατε κα. Μπούτου τον συγκεκριμένο άνθρωπο, τι είναι αυτό που βρίσκετε ενδιαφέρον σε αυτόν;

Ο Γεώργιος Δροσίνης εκτός του ότι είναι ένας πολύ σημαντικός ποιητής, γιατί είναι πάρα πολύ εύληπτος, είναι παραδοσιακοί οι στίχοι των ποιημάτων του και αυτό μας βοηθάει να τον απομνημονεύσουμε. Εκτός από αυτό, ο Γεώργιος Δροσίνης ήταν ένα πολύ ζωντανό κύτταρο, προσέφερε πάρα πολλά στην κοινωνία. Έχει κάνει πράγματα που δεν είναι γνωστά σε πολύ κόσμο. Ο οίκος τυφλών παραδείγματος χάρη οφείλεται σε εκείνον. Η Σεβαστοπούλειος σχολή οργανώθηκε από τον ίδιο και τον Δημήτριο Βικέλα. Ήταν ένας άνθρωπος πολύπλευρος. Πάντα με συγκινούσε και είχα ασχοληθεί μαζί του πολλά χρόνια και σκέφτηκα ότι εκτός από το Μουσείο Δροσίνη, δεν είχε γίνει μια θεατρική παράσταση. Θεώρησα καλό, λοιπόν να την κάνουμε και ευχαριστώ και τον κ. Γούτη τον σκηνοθέτη μας, ο οποίος με κάλυψε τελείως, αυτό που ήθελα μου το έδωσε και έτσι έγινε μια πολύ ωραία παράσταση.

Κύριε Δεστούνη τι δυσκολίες αντιμετωπίσατε στην ενσάρκωση του ρόλου;

Πριν σας απαντήσω να αναφέρω ότι μέσα στα πολλά έργα του περιλαμβάνεται, η ίδρυση του Συλλόγου πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων. Ήταν Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Παιδείας για πολλά χρόνια, γραμματέας της Ακαδημίας Αθηνών και από τα πρώτα ιδρυτικά μέλη. Υπήρξε Ακαδημαϊκός και συνιδρυτής των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων με τον Δημήτριο Βικέλα το 1896 και είχε κάνει και μια είσοδο στο Καλλιμάρμαρο δική του. Μάλιστα, είχε προταθεί για το βραβείο Νόμπελ 1 ή 2 φορές, το οποίο δεν το πήρε ποτέ και μάλιστα στο έργο, η κόρη μου Μπεμπούλα, που υποδύεται η Μαρουσώ Γεωργοπούλου μου λέει: «Αχ μπαμπά στενοχωρήθηκα που δεν σου έδωσαν το Νόμπελ, το οποίο το άξιζες» και λέω μια πολύ ωραία φράση δια χειρός της κ. Μπούτου: «Μπεμπούλα μου δεν με απασχολεί καθόλου αυτό. Για μένα Νόμπελ ξέρεις τι είναι; Όταν δυο ερωτευμένοι νέοι σμίγουν τα κεφάλια τους και διαβάζουν ποιήματά μου. Αυτό αξίζει χίλια Νόμπελ για εμένα». Ήταν ένας από τους αγαπημένους μου ποιητές. Μάλιστα, σε γιορτές σχολείων και σε σκετς είχα απαγγείλει το διάσημο ποίημά του «Χώμα ελληνικό», όπως διάσημη είναι και η «Αμυγδαλιά» του, που τραγουδιέται ακόμα. Έχω και εγώ μέσω της κ. Μπούτου, η οποία μου μετέδωσε την αγάπη της για τον ποιητή, όλο το φάσμα της δουλειάς του και της κοινωνικής του δραστηριότητας. Διάβασα, μελέτησα, είδα τη φυσιογνωμία και προσπαθήσαμε να ταιριάξουμε τη δική μου με του Δροσίνη και αυτό οφείλεται σε κύριο βαθμό στο σπουδαίο περουκέρη και μακιγιέρ Γιώργο Σκένδρο, ο οποίος ήταν επί 40 χρόνια μακιγιέρ του Εθνικού Θεάτρου και έχουν περάσει από τα χέρια του: Μινωτής, Παξινού, Μανωλίδου, Αρώνη και πολλοί άλλοι. Και επειδή εγώ είμαι ηθοποιός, που δουλεύω με το ένστικτο, το χρησιμοποίησα και πάλι. Εκεί στηρίζεται και η σπουδαία μέθοδος του Στανισλάφσκι.

Κύριε Γούτη όταν διαβάσατε το κείμενο της κ. Μπούτου ποια ήταν η πρώτη σκέψη σας, τι ήταν αυτό που θέλατε να δώσετε στη σκηνή;

Ήθελα να δώσω ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος του κειμένου, ότι «Μια Αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη», πώς θα κάνουμε τη νεκρή γη, που ζούμε, να ξαναζωντανέψει αν ανθίσει πάλι μια αμυγδαλιά. Μετά με οδήγησε το κείμενο, βάλαμε εμείς τα σκηνοθετικά μας τερτίπια και κάναμε μια παράσταση να ρέει, να καταλαβαίνει ο κόσμος και να χαίρεται. Σε αυτό το έργο που παίζουμε ο κόσμος κάτι μαθαίνει και χαίρεται, άρα τον ψυχαγωγούμε. Ακριβώς αυτός ήταν ο στόχος μου, δεν ήθελα να κάνω ούτε σκηνοθετισμούς, ούτε μεταμοντέρνος είμαι, απεναντίας είμαι εχθρός του μεταμοντερνισμού και κάναμε μια παράσταση που μυρίζει καθαρό θέατρο. Αυτές τις παραστάσεις εγώ αναγνωρίζω. Φυσικά, έχουμε σκηνοθετικά χρησιμοποιήσει όλο το φάσμα και τα κόλπα που μας δίνει η μακροχρόνια ιστορία και η σκηνοθεσία του θεάτρου. Γιατί το θέατρο μπορεί να είναι παμπάλαιο, η σκηνοθεσία όμως είναι 100 χρόνων περίπου. Από την άλλη μεριά, εκμαίευσα από τον κάθε ηθοποιό τον καλύτερο εαυτό του και τον οδήγησα να παρουσιάσει αυτό που μας λέει το έργο.

Υπάρχει κάποιο αισιόδοξο μήνυμα που περνάει στους θεατές αυτό το έργο και ποιο είναι αυτό κύριε Γούτη;

Ζούμε σε μια νεκρή γη και πρέπει να αναζητήσουμε μια αμυγδαλιά και αυτή την αμυγδαλιά πού θα την αναζητήσουμε; Στην παράδοσή μας, σε όλα αυτά που μας συγκινούν, σε ότι έχουμε στο DNA μας. Αυτή την παραδοσιακή ποίηση την έχουμε στο αίμα μας. Δηλαδή όλοι αυτοί οι παλιοί ποιητές είναι σπουδαίοι.

Κυρία Πρασίνου πείτε μου λίγα λόγια για τη δική σας προσφορά σε αυτή την αξιόλογη θεατρική παράσταση. Έχετε επιμεληθεί τα κοστούμια και τα σκηνικά…

Εγώ σχεδίασα τα κοστούμια για τους ηθοποιούς και το σκηνικό. Με το εμπνευσμένο κείμενο της κ. Μπούτου και την καταπληκτική σκηνοθεσία του κ. Γούτη προσπάθησα κι εγώ να δώσω μια τέτοια εικόνα. Ο Δροσίνης ήταν ένας ποιητής τρυφερών τόνων και αυτό περνάει σε όλο το έργο. Γιατί δεν είναι μια τυπική βιογραφία, αλλά μια παράσταση που ξεχειλίζει τρυφερότητα, μέσα από την καθημερινή ζωή, τους έρωτες και μέσα από τη σχέση του Δροσίνη με τους δικούς του ανθρώπους. Όλο αυτό λοιπόν αποπνέει μια δροσιά και έτσι προσπάθησα να προσεγγίσω και το σκηνικό, το οποίο σε ένα τέτοιο θέατρο έπρεπε να είναι ένα στοιχείο ανάλαφρο, που να έχει τη μυρωδιά της εποχής και τα κοστούμια τα οποία θυμίζουν την εποχή εκείνη και σχεδιάστηκαν πάνω στον κάθε ηθοποιό.

Κυρία Μπούτου πώς έρχεται να εισχωρήσει ο Δροσίνης στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα;

Ο Δροσίνης ήταν πολύ αισιόδοξος. Αγαπούσε την ύπαιθρο, την ίδια την Ελλάδα. Δεν ήταν σαν τον Παλαμά, που έζησε μια πιστή ζωή στο κελί του. Αυτός ήθελε να βγαίνει, να παρατηρεί και να γράφει αυτά που βλέπει. Δεν έβαζε φαντασία, αλλά πραγματικότητα και πάντα τα ποιήματά του είχαν μια αισιόδοξη νότα. Μάλιστα, την ώρα που πεθαίνει, θα ακούσετε από τον κ. Δεστούνη το τελευταίο ποίημα που πράγματι έγραψε και απήγγειλε λίγες ημέρες πριν φύγει από τη ζωή και παρόλα αυτά είναι αισιόδοξο. Ο Δροσίνης πίστευε στη ζωή.

Στέλλιος Γούτης: Από την άλλη μεριά ήταν και το παράδειγμά του σαν πνευματικού ανθρώπου εκείνης της εποχής. Ο Δροσίνης ανήκε στην Αθηναϊκή Σχολή. Λάβετε υπόψιν σας ποιοι ποιητές ανήκουν σε αυτή τη σχολή που έχουν καλύψει όλο το φάσμα όχι μόνο της ποίησης, αλλά και της κοινωνικής ζωής. Οι πνευματικοί άνθρωποι τότε δεν ήταν μέσα στο γραφείο τους, αλλά έβγαιναν και ζούσαν. Στην ίδια γενιά ανήκει ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Λορέντζος Μαβίλης. Όλοι αυτοί δεν ήταν ποιητές για να έχουν έτσι στον τίτλο ότι είμαστε ποιητές μακριά από τα πράγματα. Είχαν άποψη και αγωνίζονταν. Ο Δροσίνης επί παραδείγματι έλαβε την πρωτοβουλία να γίνει η Σεβαστοπούλειος Σχολή. Δεν πήγε να ζητήσει από το κράτος λεφτά. Αφού δεν έχει το κράτος, τέτοιο που είναι, θα βρω εγώ, είπε… και τα βρήκε. Και τώρα υπάρχουν σημαντικοί άνθρωποι που θα μπορούσαν να βοηθήσουν την κοινωνία, αλλά δυστυχώς τώρα είναι άλλη η εποχή και άλλα τα ήθη

Πώς κρίνετε τους ποιητές της σημερινής εποχής;

Τ. Μπούτου: Η κάθε εποχή έχει τους δικούς της ποιητές και συγγραφείς, αλλά όμως μπολιάζονται και από τα παλιά, όταν κάτι είναι καλό.

Σ. Γούτης: Αλίμονο και αν δεν μπολιάζονται από τα παλιά. Τότε είμαστε τελείως καταδικασμένοι. Τουλάχιστον εγώ είμαι χαρούμενος από αυτή την άποψη, ότι κοίταξε έχουμε και αυτούς εδώ τους ποιητές. Εκείνη την εποχή ήταν πολύ αξιόλογα τα ποιήματα που κυκλοφορούσαν, ενώ σήμερα βρίσκεις χιλιάδες βιβλία που είναι για το «τζάκι». Τώρα που είναι και φτηνές οι εκδόσεις ο καθένας έχει λίγα λεφτά και βγάζει βιβλία. Έτσι, βγαίνουν εκατομμύρια βιβλία ή και ποιήματα, τα οποία όμως πιστεύω ότι δεν έχουν αυτή την ποιότητα του Δροσίνη. Χάνονται μέσα σε ένα πέλαγος τυπωμένων χαρτιών. Εμείς αυτή τη δουλειά θέλαμε να κάνουμε, αυτή την άποψη έχουμε για το θέατρο. Ευτυχώς στο έργο μας συμμετέχουν ηθοποιοί όλων των γενεών. Έχουμε μια κοπέλα που μόλις βγήκε από τη σχολή, που παίζει την Καίτη Βυθινού, αλλά έχουμε και έναν ηθοποιό που είναι από τους μεγαλύτερους εν δράσει στο νεοελληνικό θέατρο.

Είναι πολύ σημαντικό να ενώνεται η εμπειρία με τα νιάτα. Ένα σκηνικό που κυριαρχούσε και στη ζωή του Γεώργιου Δροσίνη, ο οποίος ξέρουμε ότι ερωτεύτηκε μια νέα κοπέλα, αλλά ανεξάρτητα και από αυτό συναναστράφηκε με νέους ανθρώπους…

Μ. Δεστούνης: Ότι λέμε είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και οι ηθοποιοί που παίζουν στην παράσταση είναι όλοι πολύ αξιόλογοι. Επιτρέψτε μου να τους αναφέρω όλους: Αρχής γενομένης στο έργο της Τούλας Μπούτου «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή γη» στο Θέατρο Παραμυθίας στην οδό Παραμυθίας 27 στον Κεραμεικό. Η σκηνοθεσία είναι του Στέλλιου Γούτη, η μουσική είναι του εξαίρετου Παντελή Θαλασσινού, πρωτότυπη μουσική, φτιαγμένη για το έργο ειδικά. Τα σκηνικά και κοστούμια είναι της Γιοβάννας Πρασίνου, οι φωτισμοί είναι του Μπάμπη Αρώνη. Βοηθός σκηνοθέτη η Μαρουσώ Γεωργοπούλου, που υποδύεται και την κόρη μου. Περούκες-μακιγιάζ Γιώργος Σκένδρος. Βοηθός σκηνογράφου Διονύσης Κατερέλος. Ηθοποιοί είμαστε: Εγώ (Μανώλης Δεστούνης), η Μαρουσώ Γεωργοπούλου, η Μαίρη Κομματά, η Βάλια Σαπανίδου, ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος, η Εύα Στυλάντερ και η Ελεάννα Φινοκαλιώτη.

Σ. Γούτης: Στην εποχή μας οι παραστάσεις έχουν 2-3 το πολύ πρόσωπα, εμείς είμαστε επτά σε αυτό το μικρό θέατρο.

Τ. Μπούτου: Στην παράσταση ακούγονται μελοποιημένα ποιήματα του Δροσίνη.

Μ. Δεστούνης: Πράγματι. Και να αναφέρουμε ότι το τραγούδι του Παντελή Θαλασσινού είναι στίχοι του Δροσίνη, οι οποίοι έχουν μελοποιηθεί.

Ένα άλλο μήνυμα που περνάει το έργο αφορά στις σχέσεις των ανθρώπων και κατά πόσον μπορεί να επιβιώσει μια σχέση με διαφορά ηλικίας. Ο Γεώργιος Δροσίνης, όπως είπαμε, ερωτεύτηκε μια κατά πολύ νεότερή του κοπέλα. Πιστεύετε κ. Μπούτου και κ. Δεστούνη ότι μια τέτοια σχέση μοιραία καταστρέφεται; Είναι ο νόμος της φύσης αυτός;

Τ. Μπούτου: Είναι αλήθεια ότι η κοπέλα αυτή ενέπνευσε τον Δροσίνη, ήταν και πνευματικός άνθρωπος αυτό το κορίτσι. Του έδωσε ζωντάνια από τη νιότη της, το λέει και όλας στο έργο: «Εσύ θα μου δανείσεις από τη νιότη σου την πνευματική και εγώ θα σε κάνω να μην χάνεις τα λόγια σου». Για ένα διάστημα ίσως να μπορούν να συμβαδίσουν δυο άνθρωποι που έχουν διαφορά ηλικίας. Όμως η κοπέλα στη ζωή του Δροσίνη βρήκε έναν νεότερο και έφτιαξε τη ζωή της. Δεν μπορεί να συμβεί διαφορετικά και ο Δροσίνης το ήξερε αυτό, για αυτό και την αποκαλούσε «πολυαγαπημένο μου παιδί».

Μ. Δεστούνης: Μην ξεχνάμε ότι εκείνη την εποχή οι ποιητές παρουσίαζαν τα ποιήματά τους στα μεγάλα σαλόνια, πριν ακόμα εκδοθούν. Ήταν άτομα, ειδικά για τα κοριτσάκια τα μικρά, είδωλα, τους θαύμαζαν. Τότε δεν υπήρχε κινηματογράφος, αυτά ήταν τα είδωλα. Όπως και οι ηθοποιοί του θεάτρου: Βεάκης, Γιώργος Παππάς. Τα ποιήματά τους ενέπνεαν τον ερωτισμό.

Κύριε Δεστούνη τι έχει αφήσει μέσα σας η ενσάρκωση του ρόλου;

Μένει ένα δίδαγμα, η αύρα του ποιητή, η οποία κυκλοφορεί και εγώ την αισθάνομαι και όταν είμαι στη σκηνή υποδυόμενος το ρόλο. Αυτό μου αρέσει πολύ!

Τι ομοιότητες και τι διαφορές διακρίνετε ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα μέσα από το έργο;

Το χθες το έχω ζήσει πάρα πολύ καλά, το σήμερα δεν το ζω πολύ καλά όπως όλοι δηλαδή, λόγω των δυσκολιών και των χαρατσιών. Το έργο μπορώ να το κατατάξω στις ηθογραφίες, κοινωνικό και ηθογραφία. Αν πρέπει να μιλήσουμε για τα σημερινά έργα των Ελλήνων συγγραφέων, υπάρχουν καλά έργα, αλλά ψάχνουμε να τα βρούμε με το κεράκι. Δεν υποτιμώ κανέναν συγγραφέα, αλλά εμένα προσωπικά δεν με γοητεύει η νέα γραφή των ελληνικών, γιατί θέλουν να παρουσιάσουν κάτι μοντέρνο, κάτι παράλογο ίσως, κάτι ανατρεπτικό. Αν πούμε για κωμωδίες δεν γελάω. Προτιμώ τις κωμωδίες με τον Χατζηχρήστο και τον Σταυρίδη.

Άρα αν έπρεπε να επιλέξετε θα επιλέγατε το χθες από άποψη ποιότητας…

Έχει ευτελιστεί η ποιότητα γενικά στην τέχνη.

Κ. Μπούτου ποιος είναι ο ρόλος της Τέχνης σήμερα;

Η Τέχνη βοηθάει σήμερα. Ο κόσμος πάει στα θέατρα, στο σινεμά, παρόλο που υπάρχει κρίση. Η Τέχνη έχει έναν λόγο ύπαρξης πολύ σημαντικό. Σε αυτή την κοινωνία που δεν σε αφήνει να φανταστείς κάτι καλύτερο, να ελπίζεις σε κάτι καλύτερο σου περνάει ένα μήνυμα.

Ο Γεώργιος Δροσίνης θα μπορούσε να συμβολοποιηθεί, να αποτελέσει πρότυπο μιας ολόκληρης γενιάς;

Μα είναι πρότυπο. Είναι ο ποιητής που έγραψε και ύμνησε την ελληνική φύση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Παλαμάς του έχει αφιερώσει ποιήματα που επιβεβαιώνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ο Δροσίνης ήταν ένας αισιόδοξος άνθρωπος. Το κάθε ποίημά του είναι και ένας σταθμός.

Θέλω να μου σχολιάσετε ένα ποίημα της Θεώνης Δρακοπούλου, ή αλλιώς της «Μυρτιώτισσας», μητέρας του Γιώργου Παππά: «Σ΄ αυτά τα χρόνια τα βαριά, τα σκοτεινά, τα στείρα, που μας τα διαφεντεύει η ασκημιά, σε σένανε που τόσο αχνά την έκρουσες τη λύρα»…

Τ. Μπούτου: Λέει τη λύρα γιατί η «Αμυγδαλιά» του έχει παιχτεί με όλα τα όργανα και με τη λύρα, με τα νταούλια και με οτιδήποτε. Τα τραγούδια του μπορούσαν να παιχτούν με όλα τα όργανα. Όσο για αυτό που λέει ότι «τα διαφεντεύει η ασκημιά», καταλαβαίνετε ότι αυτό ισχύει στο μέγιστο στη σημερινή εποχή. Πάντα υπήρχε ασκήμια, συμφέροντα, καταπατήσεις δικαιωμάτων, ίντριγκες. Σήμερα είναι πολύ επίκαιρο το ποίημα αυτό.

Μ. Δεστούνης: Και πιστεύω ότι παραπέμπει και στον θεό Απόλλωνα με τη λύρα. Ο θεός ο Απόλλων, ο μελωδός, που πάντα παρουσιαζόταν με τη λύρα στο χέρι. Τους έβλεπαν σαν ημίθεους τους ποιητές τότε.

Τώρα πώς τους αντιμετωπίζουν κατά την άποψή σας;

Μ. Δεστούνης: Σαν ψώνια τους νεώτερους. Οπωσδήποτε έχουν χάσει την αίγλη που είχαν οι παλαιότεροι.

Τ. Μπούτου: Είναι και πάρα πολλοί όμως οι ποιητές σήμερα.

Μ. Δεστούνης: Να αναφέρουμε ότι και η κ. Μπούτου γράφει ποιήματα, αλλά είμαστε λίγο παλαιότεροι εμείς. Οι νεώτεροι γράφουν λίγο ακαταλαβίστικα. Αλλά για να μην λέμε μόνο για τους ποιητές και στο σινάφι μας δεν υπάρχουν ηθοποιοί μεγέθους Αυλωνίτη ή Βλαχοπούλου. Το δηλώνω κατηγορηματικά. Δεν παύουν όμως να υπάρχουν ταλέντα και αξιόλογοι ηθοποιοί.

Ίσως και οι εποχές εκείνες όμως να βοήθησαν ώστε να εξελιχτούν τα ταλέντα.

Μ. Δεστούνης: Δούλευαν πολύ, όταν έπαιζαν κάθε μέρα και διαφορετικό έργο.

Προτού ολοκληρώσουμε αυτή την ευχάριστη συνομιλία, θα ήθελα κ. Πρασίνου να μου καταθέσετε τη δική σας εμπειρία

Πέρα από το γεγονός ότι γνώριζα για τον Γεώργιο Δροσίνη, από το σχολείο, την ποίηση που διάβαζα, το τραγούδι «Μια αμυγδαλιά ανθίζει στη νεκρή τη γη», που έπαιζε ο παππούς μου στην κιθάρα, μέσα από το έργο έμαθα πολύ περισσότερα από αυτά που ήξερα για αυτόν τον σημαντικό Έλληνα ποιητή. Βλέπουμε ότι όλοι οι μεγάλοι, πνευματικά, άνθρωποι διατηρούν την απλότητα και είναι πάρα πολύ σημαντικό αυτό που αφήνουν, το οποίο είναι πάντα κλασσικό και πάντα σημερινό, όσα χρόνια και αν περάσουν.

Τελικά πιστεύετε ότι θα ανθίσει η αμυγδαλιά στη νεκρή ελληνική γη;

Μ. Δεστούνης: Με αυτή την ελπίδα ζούμε και αν μου επιτρέπετε θα αναφερθώ στο τελευταίο ποίημα του Δροσίνη, το οποίο έγραψε όταν ήταν 92 χρόνων.

«Τόλμα να πλανιέσαι στων ονείρων σου τα ύψη. Δύναμη δεν θα μπορέσει τα φτερά να σου συντρίψει, αν τα στήσεις, τα στεριώσεις με της πίστης το ατσάλι. Αγώνας πρέπει στους θνητούς και είναι μεθύσι η πάλη». Αυτό τα λέει όλα… και είναι ένα μήνυμα για τη σημερινή εποχή.

Σχολιάστε ...

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Κάντε κλικ στο εξώφυλλο και διαβάστε την τελευταία έκδοση της Εφημερίδας «Παρασκήνιο» σε μορφή PDF

NEWSLETTER




Focus-On
reportaznet


Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

Karfitsa