Θέατρο

Ζεσταίνει την ψυχή των παιδιών

vasilisa-tou-xioniou

Της ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗ

«Η πραγματική δύναμη είναι κρυμμένη στην ψυχή» είναι ένα από τα πολλά μηνύματα που παίρνει κανείς όταν φεύγει από τη θεατρική παράσταση «Η βασίλισσα του χιονιού».

Το αριστουργηματικό έργο του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή «Όνειρο» για να παρασύρει μικρούς και μεγάλους σε ένα ταξίδι γεμάτο χρώματα, ένα ταξίδι στο οποίο καταλύεται ο χρόνος, μια παράσταση που μας μεταφέρει από το φως στο σκοτάδι και αντίστροφα.
Παιδί φτωχής οικογένειας, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν έγραψε με απόλυτη καθαρότητα τα παραμύθια του εμποτίζοντάς τα με το δημοκρατικό στοιχείο.

Αν και οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι, εξυψώνονται στο βάθρο της ζωής, καθώς πορεύονται με πυξίδα την ευγένεια, την αγνότητα, την αγάπη και τη μεγαλοψυχία.

Η Γιούλη Ηλιοπούλου διαμόρφωσε το έργο του Δανού συγγραφέα δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στα μηνύματά του, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς να παίξουν πολλαπλούς ρόλους και να αποδείξουν την ικανότητά τους να ελίσσονται και να υποδύονται χαρακτήρες που κινούνται στα δυο άκρα.

Ενώ σε κάποια σημεία οι ηθοποιοί φαίνονται δυσκίνητοι, παρ’ όλα αυτά καταφέρνουν να υποδυθούν διαφορετικούς ρόλους και να μεταμορφωθούν από χιουμοριστικοί χαρακτήρες σε εχθρικά άπληστα όντα, με εξαίρεση τη Μαρία Αγγελοπούλου, η οποία υποδύεται τη νεαρή κοπέλα, Γκέρντα.
Για την ερμηνεία τους ξεχωρίζουν η Κρίστελ Καπερώνη, η οποία υποδύεται τη «βασίλισσα του χιονιού» και τις εποχές Καλοκαίρι και Φθινόπωρο, με την ίδια δυναμική, καθώς και ο Αλέξανδρος Πέρρος, ο οποίος από γοητευτικός νεαρός που πέφτει στα «δίχτυα» της βασίλισσας αλλάζει πρόσωπο και γίνεται άλλοτε ο γκαφατζής και κακομούτσουνος ακόλουθος του Φθινοπώρου και άλλοτε ο φίλος του Καλοκαιριού.

Μάλιστα, με τις γκριμάτσες του, τις γκάφες του επί σκηνής και τις κινήσεις του προκαλεί το γέλιο σε μεγάλους και παιδιά.
Η Δώρα Λουκίσα, στον ρόλο της αρκουδίτσας υπηρέτριας της βασίλισσας, είναι ίσως ο πιο χιουμοριστικός χαρακτήρας, καθώς με τη χροιά της φωνής της και το αδέξιο περπάτημά της ξεσηκώνει τα παιδιά.
Από την άλλη, η Μαρία Αγγελοπούλου ως Γκρέτα φαίνεται να υιοθετεί συγκεκριμένους μορφασμούς, τους οποίους χρησιμοποιεί σε όλη τη διάρκεια του έργου, ενώ παρουσιάζεται ανέκφραστη σε πολλά σημεία της παράστασης.
Μειονέκτημα αποτελεί μια ατέλεια του σκηνικού, καθώς αφήνει ακάλυπτο ένα μέρος των παρασκηνίων, από το οποίο βλέπει ο θεατής τους ηθοποιούς να κινούνται βιαστικά και να ετοιμάζονται για τις απαιτήσεις του επόμενου ρόλου τους.

Τα κοστούμια της εταιρείας ΑΜΙΔΕΑ είναι εντυπωσιακά, ενώ τα σκηνικά, αν παραλείψουμε το μειονέκτημα που αναφέραμε παραπάνω, είναι λειτουργικά και ευφάνταστα.

Οι φωτισμοί δίνουν με άρτιο τρόπο την ψυχοσύνθεση των ηρώων, ενώ το τρεμόπαιγμα σε κάποιες στιγμές εστιάζει το βλέμμα του θεατή στις κινήσεις των ηθοποιών.
Ο ήχος του γέλιου που ακούγεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα και προετοιμάζει το κοινό για την εμφάνιση ή την αποχώρηση της «βασίλισσας του χιονιού», αν και εξυπηρετεί το πνεύμα του έργου, με τη συνεχή επανάληψη κουράζει το κοινό.
Η παρέμβαση της Γιούλης Ηλιοπούλου στο έργο μέσα από την εμφάνισή της στη γιγαντοοθόνη στον ρόλο της καλής νεράιδας φαίνεται περιττή, καθώς δεν προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στο έργο.

Ένα ευφυές σημείο της σκηνοθεσίας αφορά στο χορευτικό μέρος της παράστασης, που έρχεται να διασκεδάσει και να ξεκουράσει τον θεατή μετά τη συνεχή ροή του διαλόγου.

Το τάνγκο της Μαρίας Αγγελοπούλου και του Αλέξανδρου Πέρρου, καθώς και ο χορός της Κρίστελ Καπερώνη με τον ηθοποιό που υποδύεται τον νεαρό Κάι προσφέρουν ένα ευχάριστο θέαμα.

Ο θεατής φεύγει από την παράσταση έχοντας δεχτεί πολύ σημαντικά μηνύματα που αφορούν στον χρόνο, το γήρας, τις ομορφιές και τις αξίες.
«Τι αξία έχει να ζεις σε έναν πλανήτη αν δεν γερνάς, αν δεν χαίρεσαι βλέποντας τα παιδιά σου να μεγαλώνουν, αν δεν ζεις.

Αν δεν βλέπεις τα λουλούδια, δεν νιώθεις τον ήλιο, δεν χαίρεσαι το πρωτοβρόχι.

Τι αξία έχει να ζεις σε έναν κόσμο παγωμένο» ακούγεται να λέει ο Κάι στην ψυχρή βασίλισσα.

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Σκηνοθεσία: Γιούλη Ηλιοπούλου
Βοηθός σκηνοθέτη Α΄: Ελίζα Μπούρα


Θεατρική διασκευή: Γιούλη Ηλιοπούλου


Κιν/κα Γυρίσματα: Κώστας Κιμούλης
 Μουσική: Αντώνης Καρακιτζίκης


Στίχοι: Γιούλη Ηλιοπούλου
Χορογραφίες: Andrei Babanin
Σκηνικά: Julia Marko


Σχεδιασμός φωτισμών: Αλίκα Νικολινάκου
Ειδικές κατασκευές: Kassie Baffa


Κοστούμια: ΑΜΙΔΕΑ
Υπεύθυνος σκηνής: Μιχάλης Ασδέκος


Δ/νση παραγωγής: Αντώνης Μαρκογιαννης.



Παίζουν: Κρίστελ Καπερώνη, Αλέξανδρος Πέρρος, Τιμόθεος Θάνος, Μαρία Αγγελοπούλου, Δώρα Λουκίσα. Φιλική συμμετοχή: Κασσάνδρα Μπαφαλουκού, Andriy Babanin.

Στον ρόλο της νεράιδας (στη γιγαντοοθόνη) η Γιούλη Ηλιοπούλου.


Δημοτικός κινηματογράφος «Όνειρο» Πειραιώς & Χρυσοστόμου Σμύρνης 84, Ρέντη
Τηλ.: 2104830330

 

 

«ΜΟΛΛΥ ΣΟΥΗΝΥ»: Εκείνη βλέπει, εμείς όχι!
Βλέπουμε, κοιτάζουμε, αγγίζουμε, γευόμαστε, μυρίζουμε.

Ναι, όλοι έχουμε αυτές τις πέντε αισθήσεις. Πόσοι, όμως, βλέπουν πραγματικά;

Πόσοι κοιτάζουν βαθιά κάνοντας μια κάθετη τομή στα πράγματα γύρω τους; Πόσοι παρατηρούν τις μικρές κινήσεις του ανθρώπινου χεριού και τις «πληγές» του δρόμου που διαβαίνουν; Πόσοι από εσάς αγγίζουν με τρυφερότητα το κάθε τι, γεύονται με πληρότητα και μυρίζουν με τα πνευμόνια τους σαν ανοιχτά παράθυρα, έτοιμα να «αγκαλιάσουν» τις οσμές του κόσμου;
Η Μόλλυ Σουήνυ τα κατάφερε! Έζησε στο «σκοτάδι», αλλά και στο φως των πραγμάτων.

Γεύτηκε τη ζωή, είδε την ομορφιά της, άγγιξε τα υπέροχα λουλούδια που της προσέφερε ο πατέρας της, μύρισε το μεγαλείο τους!

Το έργο του Μπράιαν Φρίελ «Μόλλυ Σουήνυ», το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αριστουργηματικό, μας παρουσιάζει για τον φετινό χειμώνα η Β΄ Σκηνή του Θεάτρου Άνεσις σε μετάφραση Ερρίκου Μπελιέ και σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη.
Οι ήρωες απομονωμένοι ο ένας από τον άλλον διηγούνται τα πάθη τους, τις ανησυχίες τους, τη δική τους ιστορία.

Ο Κοραής Δαμάτης καταφέρνει με αριστοτεχνικό τρόπο να «εγκλωβίσει» τα πρόσωπα του έργου στον δικό τους κόσμο και παράλληλα να δημιουργήσει ισχυρούς συνδέσμους μεταξύ τους, δίνοντας την εντύπωση στον θεατή ότι οι ήρωες επικοινωνούν με έναν «μυστικό» τρόπο, παρόλο που δεν κοιτάζουν και δεν αγγίζουν ο ένας τον άλλον.
Η Ευδοκία Ρουμελιώτη με την ευγενική φυσιογνωμία της εισχωρεί στις αρτηρίες της Μόλλυ Σουήνυ και την πλημμυρίζει με αγνότητα, ένταση και πάθος.

Ο Γιώργος Πυρπασόπουλος, που υποδύεται τον σύντροφο της Μόλλυ Φρανκ, ερμηνεύει με άρτιο τρόπο έναν ρόλο τραγικό και κωμικό ταυτόχρονα, ενώ ο Δημήτρης Καραμπέτσης, ο γιατρός της Μόλλυ, δίνει πνοή σε ένα πρόσωπο που έχει τον πλέον καταλυτικό ρόλο στη ζωή της ηρωίδας.
Ορμώμενος από μια πειραματική μελέτη του νευρολόγου Όλιβερ Σακς, ο Μπράιαν Φρίελ, που χαρακτηρίστηκε από τον Τζέημς Φάλτον ως «ένας σύγχρονος Τσέχωφ», «έχτισε» μια ιστορία πέρα για πέρα αληθινή, με γνήσιο χιούμορ και καθαρό δραματικό περιεχόμενο.

Οι συνήθεις μελοδραματισμοί εξοστρακίζονται, καθώς η ιστορία της Μόλλυ Σουήνυ έρχεται να «χτυπήσει» με σφοδρότητα τον φτιαχτό κόσμο των αισθήσεων και να ανοίξει τα μάτια σε όλους εμάς που βλέπουμε και δεν βλέπουμε.
Η τυφλή Μόλλυ, με παρόρμηση του συντρόφου της, Φρανκ, και τη βοήθεια του φιλόδοξου γιατρού Ράις, έρχεται από το σκοτάδι στο φως ή μήπως το αντίστροφο; Από το φως στο σκοτάδι; Μετά την επέμβαση στα μάτια της τρομάζει, καθώς αντικρίζει βίαια το αποκρουστικό πρόσωπο του κόσμου μας.

Από εκείνη τη στιγμή ξεκινάει το ταξίδι προς την επιστροφή, επιλέγει δηλαδή να κλειστεί και πάλι στο σκοτάδι, μέσα στο οποίο επί 35 χρόνια είχε ζήσει.

Ο κόσμος του Φρανκ και του Ράις κινείται παράλληλα με τον κόσμο της Μόλλυ.

Οι δυο άντρες περιγράφουν τη διαδρομή προς τη συνειδητοποίηση ότι αυτό που πίστευαν ως καλό θα αποδειχτεί καταστροφικό για τη Μόλλυ.
Εξαιρετική είναι η σκηνή στην οποία ο Φρανκ εξομολογείται την προσπάθειά του να σώσει κάποιους ασβούς απομακρύνοντάς τους από τη φωλιά τους, αλλά μένει άναυδος όταν βλέπει ότι εκείνοι δεν θέλουν να σωθούν και επιστρέφουν πάλι στο γνώριμο έδαφός τους, μια σκηνή που παραλληλίζεται με την τυφλή Μόλλυ, την οποία προσπαθούν απεγνωσμένα να «σώσουν» από το σκοτάδι ο Φρανκ και ο γιατρός Ράις. Ωστόσο, παρόλο που θα τα καταφέρουν, εκεί η θα επιλέξει να γυρίσει στη «φωλιά» της, στον σκοτεινό και ταυτόχρονα… φωτεινό κόσμο της.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα έρχονται να «αγκαλιάσουν» το σώμα του έργου. Στη σκηνή υπάρχει ένα μεγάλο διάφανο παραβάν, από το οποίο διακρίνει ο θεατής κάποια έπιπλα καλυμμένα με λευκά σεντόνια.

Μπροστά από το παραβάν βρίσκονται τρία δάπεδα σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου στα οποία στέκονται οι τρεις ηθοποιοί.

Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο δρουν, πάσχουν, κινούνται.

Οι φωτισμοί του Νίκου Καβουκίδη εστιάζουν το βλέμμα του θεατή στο κάθε πρόσωπο ξεχωριστά την ώρα που αφηγείται την ιστορία του παράλληλα με την ιστορία του άλλου.

Η δε μουσική επένδυση «χαϊδεύει» την ευαίσθητη Μόλλυ και παίζει με τις χορδές της ψυχής του θεατή.
Η Μόλλυ, τελικά, καταφέρνει αυτό που πάντα ήθελε «να πάρει μια ανάσα από τον κόσμο μας» και να γυρίσει πάλι στον σκοτεινό, παράλληλο, «μεγαλειώδη» κόσμο της ψυχής της, γυρνώντας την πλάτη της στον δικό μας βίαιο, άψυχο, «τυφλό» κόσμο.

Σχολιάστε ...

ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ

Κάντε κλικ στο εξώφυλλο και διαβάστε την τελευταία έκδοση της Εφημερίδας «Παρασκήνιο» σε μορφή PDF

NEWSLETTER

Focus-On
reportaznet


Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ