Η θερινή ώρα, ή αλλιώς Daylight Saving Time / Summer Time, είναι ένα μέτρο που στόχο έχει την καλύτερη αξιοποίηση του φυσικού φωτός κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, μειώνοντας παράλληλα την κατανάλωση ενέργειας.
Η πρακτική αυτή εφαρμόστηκε για πρώτη φορά τον 20ό αιώνα και απέκτησε διεθνή χαρακτήρα μετά την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970. Στην Ελλάδα, τα ρολόγια προχωρούν μία ώρα μπροστά συνήθως από την τελευταία Κυριακή του Μαρτίου έως την τελευταία Κυριακή του Οκτωβρίου.
Η ιδέα ανήκει στον Βενιαμίν Φραγκλίνο (1705-1790), ο οποίος το 1784, ενώ βρισκόταν στο Παρίσι ως πρεσβευτής, παρατήρησε ότι οι Παριζιάνοι ξυπνούσαν νωρίς για να εξοικονομήσουν κεριά και να εκμεταλλευτούν καλύτερα το φως της ημέρας. Έτσι πρότεινε στους Αμερικανούς να αλλάξουν την ώρα τους, εμπνευσμένος από το γνωστό του δόγμα: «Νωρίς για ύπνο, νωρίς για ξύπνημα – υγιής, πλούσιος και σοφός».
Η καθιέρωση της θερινής ώρας προωθήθηκε αργότερα από τον Νεοζηλανδό εντομολόγο Τζορτζ Βέρνον Χάντσον και τον Άγγλο επιχειρηματία Γουίλιαμ Γουίλετ. Παρά την αρχική απόρριψη της πρότασης από τη Βρετανική Βουλή το 1908, το μέτρο υιοθετήθηκε το 1916 από τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου για εξοικονόμηση καυσίμων.
Στην Ελλάδα, η θερινή ώρα εφαρμόστηκε δοκιμαστικά το 1932 και ξανά το 1952, αλλά εγκαταλείφθηκε λόγω περιορισμένων ωφελειών στην εξοικονόμηση ενέργειας. Τελικά, καθιερώθηκε οριστικά στις 13 Απριλίου 1975, εν μέσω της πρώτης πετρελαϊκής κρίσης, και έκτοτε εφαρμόζεται αδιάλειπτα.
Πηγή: SanSimera.gr

