Στο σύγχρονο πολιτικό σκηνικό, όπου η προσοχή του κοινού διαρκεί όσο ένα “σκρολάρισμα” στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια μερίδα πολιτικών,κυρίως εκείνων που παλεύουν να βγουν από την αφάνεια, έχει υιοθετήσει μια επικίνδυνη τακτική.
- του Θανάση Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγος-Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης
Πρόκειται για τη γνωστή παροιμία,που περιγράφει την υποκριτική συμπεριφορά κάποιου «να σε κάψω Γιάννη, να σ’ αλείψω λάδι»!
Εκτοξεύουν μια απρεπή, συχνά χυδαία ή προσβλητική έκφραση κατά ενός αντιπάλου για να κερδίσουν μερικά λεπτά δημοσιότητας, και μόλις ο κουρνιαχτός σηκωθεί απειλητικά, σπεύδουν να “ανασκευάσουν” με μια χλιαρή συγνώμη.
Αυτή η πρακτική δεν είναι τυχαία. Είναι ένας κυνικός υπολογισμός.
Ο πολιτικός “παίκτης” γνωρίζει ότι η ύβρις θα παίξει στα δελτία ειδήσεων και θα γίνει viral. Η μετέπειτα διόρθωση, ωστόσο, σπάνια έχει την ίδια εμβέλεια.
Το δηλητήριο έχει ήδη χυθεί, το όνομα του πολιτικού έχει καταγραφεί στη μνήμη του εκλογικού σώματος και ο στόχος της αναγνωρισιμότητας έχει επιτεύχθει.
Οι πολίτες πρέπει να καταστήσουν σαφές ότι η κάλπη δεν είναι επιβράβευση του “θορύβου”.
Το να σε γνωρίζουν επειδή προσέβαλες έναν θεσμό ή έναν άνθρωπο δεν σε καθιστά ικανό να διοικήσεις ή να νομοθετήσεις.
Αντίθετα, αποκαλύπτει μια βαθιά έλλειψη επιχειρημάτων και πολιτικού πολιτισμού.
Όταν ένας πολιτικός χρησιμοποιεί την τοξικότητα ως σκαλοπάτι, αποδεικνύει ότι δεν έχει τίποτα ουσιώδες να προσφέρει στη δημόσια συζήτηση.
Η δημοκρατία μας υποφέρει από την κυριαρχία του “φαίνεσθαι” έναντι του “είναι”.
Οι “άγνωστοι” που επιζητούν την εκλογή μέσω της λάσπης πρέπει να καταλάβουν ότι ο πολίτης, παρά την κούραση και την απογοήτευσή του, διαθέτει ακόμα κριτήριο.
Η ανασκευή δεν είναι δείγμα μεταμέλειας, αλλά κίνηση πανικού για να αποφευχθεί το πολιτικό κόστος. Είναι ώρα να περάσουμε από την εποχή των “εμπρηστών” που μετά το παίζουν “πυροσβέστες”, στην εποχή της ουσίας.
Η ψήφος είναι ευθύνη, όχι Like σε ένα υβριστικό post.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, το λάδι της συγγνώμης δεν μπορεί να θεραπεύσει τα εγκαύματα που προκαλεί ο ευτελισμός του δημόσιου λόγου.

