Υπάρχει κάτι βαθύτερα ανησυχητικό από την οικονομική κρίση, την ανεργία ή την αποχή από τις κάλπες. Είναι η στεγνή, αδιάλλακτη δυσπιστία που έχει εγκατασταθεί μόνιμα στο εσωτερικό μιας ολόκληρης κοινωνίας.
- Άρθρο του Θανάση Παπαμιχαήλ- Επικοινωνιολόγος, Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης
Δεν μιλάμε για σκεπτικισμό, αυτός είναι υγιής. Μιλάμε για εκείνο το γνωστό «δεν πιστεύω σε τίποτα» που κάποιος εκφράζει χωρίς θυμό, χωρίς έκπληξη, σχεδόν σαν να αναφέρει τον καιρό.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης στο πολιτικό προσωπικό της χώρας δεν είναι εύρημα δημοσκόπησης, είναι κοινωνική πραγματικότητα.
Από τον 18χρονο που ψηφίζει για πρώτη φορά ως τον 54χρονο που έχει ζήσει τέσσερις κυβερνήσεις, δύο μνημόνια και αμέτρητες ιστορικές στιγμές που δεν άλλαξαν τίποτα, η στάση είναι κοινή.
Η δικαιοσύνη δεν λειτουργεί, οι θεσμοί υπηρετούν άλλους σκοπούς και οι λέξεις όπως «αξιοκρατία» ή «διαφάνεια» χαμογελούν σαρδόνια και φιγουράρουν στα χαρτιά εκλογικών προγραμμάτων.
Το πιο τραγικό; Η δυσπιστία δεν σταμάτησε στην πολιτική. Έκανε μετάσταση.
Έφτασε στους θεσμούς, σε κοινωνικές αξίες που παλιά θεωρούνταν αδιαπραγμάτευτες, ακόμη και σε στοιχεία της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής. Όταν μια κοινωνία διδάσκεται επί δεκαετίες ότι «έτσι παίζεται», μαθαίνει να αμφιβάλλει για τα πάντα και όχι μόνο για τα αρμόδια.
Η πολιτική απαξίωση γέννησε κοινωνική απαξίωση.
Η ευθύνη εδώ δεν μοιράζεται σε αόριστα συστήματα ή αφηρημένες συνθήκες. Την φέρει συγκεκριμένα το πολιτικό προσωπικό, αυτό που κυβέρνησε, αντιπολιτεύτηκε, υποσχέθηκε και υπαναχώρησε, έκρυψε αστοχίες πίσω από ρητορική και συγκάλυψε σκάνδαλα πίσω από διαδικασίες.
Χρόνια τώρα, αυτοί που ασκούν εξουσία έχτιζαν μεθοδικά, ίσως και άθελά τους, ένα οικοδόμημα αναξιοπιστίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα κοινωνικό κενό.
Και τα κενά, στην πολιτική ιστορία, δεν μένουν ποτέ αγεφύρωτα. Τα γεμίζει κάποιος, αλλά δεν γεμίζουν πάντα με αυτό που θα θέλαμε.
Η ανάκτηση της εμπιστοσύνης δεν γίνεται με διακηρύξεις. Γίνεται με πράξεις που δικαιώνουν λόγια, με θεσμούς που λειτουργούν ανεξάρτητα από κόμματα, με πολιτικούς που παραδέχονται αποτυχίες αντί να τις μεταμφιέζουν. Χρειάζεται χρόνο. Χρειάζεται τίμιο λόγο. Χρειάζεται κυρίως θάρρος, το είδος του θάρρους που στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό σπανίζει.
Και όσο αυτό λείπει, η κοινωνία θα συνεχίζει να χαμογελά σκεπτικά σε κάθε νέα «υπόσχεση αλλαγής».

