Δεν μπόρεσε να αποδείξει την προέλευση των χρημάτων – Η ΔΕΔ απέρριψε την προσφυγή και επικύρωσε τον καταλογισμό
Ακριβά κόστισαν σε φορολογούμενο τρεις καταθέσεις μετρητών συνολικού ύψους 268.170 ευρώ, καθώς η φορολογική διοίκηση έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς η προέλευση των χρημάτων και καταλόγισε φόρο ύψους 155.482,19 ευρώ.
Η υπόθεση έφτασε στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ), η οποία απέρριψε την ενδικοφανή προσφυγή του φορολογουμένου και επικύρωσε πλήρως την πράξη της ΔΟΥ Γλυφάδας για το φορολογικό έτος 2015.
Τρεις καταθέσεις συνολικού ύψους 268.170 ευρώ
Ο φορολογικός έλεγχος πραγματοποιήθηκε μετά από δελτίο πληροφοριών του ΚΕΦΟΜΕΠ και αφορούσε τρεις καταθέσεις μετρητών σε κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς:
- 200.000 ευρώ
- 18.170 ευρώ
- 50.000 ευρώ
Σύμφωνα με τις φορολογικές αρχές, ο φορολογούμενος δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν την πραγματική προέλευση των συγκεκριμένων ποσών.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα χρήματα προέρχονταν από ήδη φορολογημένα εισοδήματα προηγούμενων ετών, μεταξύ άλλων από συντάξεις, ενοίκια, τόκους και μερίσματα.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι μέρος των χρημάτων προερχόταν από αναλήψεις ποσών από άλλους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς, τα οποία στη συνέχεια επανακατατέθηκαν. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, η επανακατάθεση χρημάτων που είχαν προηγουμένως αναληφθεί δεν απαγορεύεται από τη φορολογική νομοθεσία ούτε υπόκειται σε συγκεκριμένο χρονικό περιορισμό.
Η ΔΕΔ δεν πείστηκε
Οι ισχυρισμοί του φορολογουμένου, ωστόσο, δεν κρίθηκαν επαρκώς τεκμηριωμένοι από τη ΔΕΔ.
Η φορολογική αρχή έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε με τα απαιτούμενα στοιχεία πως τα συγκεκριμένα ποσά προέρχονταν πράγματι από εισοδήματα που είχαν ήδη φορολογηθεί ή από νόμιμα απαλλασσόμενες πηγές.
Ως αποτέλεσμα, οι επίμαχες καταθέσεις αντιμετωπίστηκαν ως προσαύξηση περιουσίας άγνωστης πηγής, βάσει του άρθρου 21 παρ. 4 του Ν. 4172/2013.
Με την απόφασή της, η ΔΕΔ επικύρωσε τον φορολογικό καταλογισμό, διατηρώντας τη συνολική φορολογική υποχρέωση του προσφεύγοντος στα 155.482,19 ευρώ.
Η υπόθεση αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τη σημασία της επαρκούς τεκμηρίωσης της προέλευσης σημαντικών χρηματικών ποσών που εμφανίζονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν συνδέονται άμεσα με δηλωμένα εισοδήματα του ίδιου φορολογικού έτους.
