Οι μεγάλες πυρκαγιές δεν είναι πλέον η «κακιά στιγμή» του ελληνικού καλοκαιριού. Δεν αποτελούν μια ακόμη φυσική καταστροφή που θα περάσει μαζί με τον καπνό και τις στάχτες. Είναι ο καθρέφτης των επιλογών μας, της σχέσης μας με το περιβάλλον και τελικά της ίδιας της ποιότητας του πολιτικού μας πολιτισμού.
Κάθε χρόνο παρακολουθούμε την ίδια τραγωδία. Δάση μετατρέπονται σε αποκαΐδια, οικισμοί εκκενώνονται, άνθρωποι χάνουν τις περιουσίες μιας ζωής, ζώα αφανίζονται και πολύτιμα οικοσυστήματα εξαφανίζονται μέσα σε λίγες ώρες. Όταν οι τελευταίες εστίες σβήσουν, ξεκινά ένας γνώριμος κύκλος: απολογισμοί, αλληλοκατηγορίες, υποσχέσεις για καλύτερη προετοιμασία. Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, όταν όλα θα επαναληφθούν με ανατριχιαστική ακρίβεια.
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι οι φωτιές επανέρχονται. Είναι ότι εξακολουθούμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν να πρόκειται για μια απρόβλεπτη εξαίρεση, ενώ αποτελούν πλέον τη νέα πραγματικότητα.
Η επιστήμη έχει πάψει εδώ και χρόνια να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Η κλιματική αλλαγή δεν είναι μια θεωρητική απειλή του μέλλοντος. Είναι ήδη εδώ και μεταβάλλει δραματικά τη συμπεριφορά των δασικών πυρκαγιών. Υψηλότερες θερμοκρασίες, πολυήμεροι καύσωνες, παρατεταμένη ξηρασία και ακραία μετεωρολογικά φαινόμενα δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα. Όπως έχει επισημάνει ο κορυφαίος κλιματολόγος Johan Rockström, η ανθρωπότητα έχει εισέλθει σε μια εποχή κατά την οποία τα ακραία φαινόμενα δεν θα αποτελούν την εξαίρεση αλλά τη νέα κανονικότητα. Από την πλευρά του, ο Michael E. Mann υπενθυμίζει ότι η κλιματική κρίση δεν ανάβει το σπίρτο· κάνει όμως το δάσος τόσο εύφλεκτο ώστε μια μικρή εστία να μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη πύρινη λαίλαπα.
Αυτό σημαίνει ότι οι μέχρι σήμερα πολιτικές δεν αρκούν.
Για δεκαετίες η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται σχεδόν αποκλειστικά στην κατάσβεση. Πόσα αεροσκάφη πέταξαν, πόσα ελικόπτερα επιχειρούν, πόσοι πυροσβέστες κινητοποιήθηκαν. Όλα αυτά είναι αναγκαία. Δεν είναι όμως αρκετά. Η πραγματική μάχη κερδίζεται μήνες πριν εκδηλωθεί η πρώτη φωτιά.
Η πρόληψη παραμένει ο μεγάλος αδύναμος κρίκος.
Κι όμως, η τεχνολογία προσφέρει σήμερα δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια έμοιαζαν επιστημονική φαντασία. Δορυφορικά συστήματα υψηλής ανάλυσης, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αισθητήρες θερμοκρασίας και υγρασίας, τεχνητή νοημοσύνη που αναλύει σε πραγματικό χρόνο τον κίνδυνο ανάφλεξης, αλγόριθμοι που προβλέπουν την πορεία μιας πυρκαγιάς πριν ακόμη αυτή αποκτήσει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Αυτές οι τεχνολογίες εφαρμόζονται ήδη σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Πορτογαλία, όχι ως εντυπωσιακές καινοτομίες αλλά ως βασικά εργαλεία δημόσιας πολιτικής.
Όμως, η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται μια εντελώς διαφορετική φιλοσοφία διαχείρισης του δασικού πλούτου. Συστηματικός καθαρισμός της καύσιμης ύλης, ενεργή δασική διαχείριση, αντιπυρικές ζώνες, αναδασώσεις με ανθεκτικότερα είδη, αξιοποίηση των τοπικών κοινωνιών, εκπαίδευση των πολιτών και διαρκής παρακολούθηση των δασών. Δεν υπάρχει «έξυπνη» αντιμετώπιση χωρίς μια ακόμη πιο έξυπνη πρόληψη.
Η Έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) είναι σαφής: η προσαρμογή στην κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Το ίδιο υποστηρίζει και ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος προειδοποίησε ότι η ανθρωπότητα έχει περάσει από την εποχή της υπερθέρμανσης στην εποχή της «παγκόσμιας υπερθέρμανσης που βράζει». Η φράση του μπορεί να ακούστηκε δραματική. Οι εικόνες των τελευταίων καλοκαιριών όμως αποδεικνύουν ότι η πραγματικότητα είναι ακόμη πιο σκληρή.
Υπάρχει όμως μια αλήθεια που συχνά αποσιωπάται. Κάθε φορά που χάνεται ένα δάσος, δεν χάνεται μόνο μια πράσινη έκταση. Χάνεται ένας φυσικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στην ίδια την κλιματική αλλαγή. Τα δάση απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα, συγκρατούν το νερό, προστατεύουν τα εδάφη από τη διάβρωση, διατηρούν τη βιοποικιλότητα και λειτουργούν ως φυσικό «κλιματιστικό» για ολόκληρες περιοχές. Όταν καίγονται, δεν καταστρέφεται μόνο το παρόν· υποθηκεύεται και το μέλλον.
Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι να αποκτήσουμε περισσότερα πυροσβεστικά μέσα. Είναι να αλλάξουμε νοοτροπία. Να πάψουμε να θεωρούμε τη φωτιά αποκλειστικά επιχειρησιακό πρόβλημα και να την αντιμετωπίσουμε ως ζήτημα εθνικής στρατηγικής. Να μετακινηθούμε από τη διαχείριση της κρίσης στη διαχείριση του κινδύνου. Από την αντίδραση στην πρόβλεψη.
Γιατί η αποτελεσματικότητα ενός κράτους δεν μετριέται μόνο από το πόσο γρήγορα σβήνει μια φωτιά. Μετριέται κυρίως από το πόσες φωτιές δεν άφησε ποτέ να γίνουν καταστροφές.
Αν δεν καταφέρουμε να κάνουμε αυτήν τη μετάβαση, τότε κάθε καλοκαίρι δεν θα καίγονται μόνο τα δάση. Θα καίγονται η αξιοπιστία των θεσμών, η εμπιστοσύνη των πολιτών και ένα ακόμη κομμάτι από το φυσικό κεφάλαιο που οφείλουμε να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές. Και τότε οι στάχτες δεν θα σκεπάζουν μόνο τα βουνά της Ελλάδας. Θα σκεπάζουν και τη συλλογική μας ευθύνη.

