- Άρθρο του Θράσου Ευτυχίδη, Διεθνολόγου – οικονομολόγου
Το τελευταίο διάστημα πολλοί αναλυτές προσπαθούν να κατανοήσουν τη νέα τακτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν. Φαίνεται ότι πλέον η «πείνα» είναι το νέο όπλο που μπαίνει στη φαρέτρα των οπλικών συστημάτων των ΗΠΑ.
Με δεδομένες τις πιέσεις που δέχονται και οι δύο πλευρές το κύριο ερώτημα είναι αυτό της ανθεκτικότητας ή πρακτικά το πόσο μπορούν να αντέξουν οι ΗΠΑ τον επικείμενο πόλεμο κυρώσεων ή πόσο γρήγορα μπορεί το Ιράν να αποκαθιστά τα όπλα που χρησιμοποιεί σε αυτόν τον πόλεμο. Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα, η απώλεια της δυνατότητας από το Ιράν αποτελεί το σημείο καμπής που θα κρίνει αυτόν τον πόλεμο. Για τις ΗΠΑ το ερώτημα είναι κατά πόσο θα μπορούσαν να περιμένουν να συμβεί αυτό.
Ας δούμε όμως τι πραγματικά συμβαίνει. Παρακολουθώντας τους δείκτες της ιρανικής οικονομίας σού δημιουργείται η εντύπωση της απόλυτης καταστροφής. Το νόμισμα της χώρας, ριάλ, καταγράφει ιστορικά χαμηλά σε ημερήσια βάση, ο πληθωρισμός σήμερα κινείται γύρω στο 80%, ενώ στα τρόφιμα φτάνει και το 130%. Το ΔΝΤ αναμένει συρρίκνωση του ούτως ή άλλως χαμηλού ιρανικού ΑΕΠ κατά 5,4% το 2026 με μέσο πληθωρισμό 68,9%. Πέρα από αυτό οι βομβαρδισμοί κρίσιμων τομέων έχουν περιορίσει τις δυνατότητες παραγωγής, ενώ από τα τέλη Ιουλίου έχει σταματήσει κάθε δραστηριότητα εξαγωγής πετρελαίου οδηγώντας πρακτικά σε συναλλαγματική ασφυξία.
Όταν δεν υπάρχει συνάλλαγμα δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν εισαγωγές. Είναι γεγονός ότι αυτές έχουν περιορισθεί κυρίως στα τμήματα που αφορούν τους πολίτες. Σε μια περίοδο πολέμου οι πολίτες είναι αυτοί που πρώτα και κύρια πληρώνουν το κόστος. Σε αντίθεση, η στρατιωτική βιομηχανία είναι αυτή που αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς. Οι Ιρανοί ίσως έχουν απωλέσει τη δυνατότητα αγοράς ενός καινούριου αυτοκινήτου, ενός smartphone ή κάποιων εισαγόμενων αγαθών, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών ή της λεγόμενης περιττής κατανάλωσης (εστιατόρια, τουρισμός, διαφήμιση) φαίνεται να έχει καταρρεύσει πλήρως. Εκατοντάδες μικρές επιχειρήσεις έχουν οδηγηθεί στο κλείσιμο. Οι καταναλωτικές συνήθειες των Ιρανών έχουν αλλάξει. Πουλάνε χρυσό, επιδιορθώνουν ρούχα και αυτοκίνητα, αγοράζουν φθηνότερα και τις περισσότερες φορές κακής ποιότητας τρόφιμα. Έχουν επιστρέψει στην πιο απλοποιημένη μορφή της οικονομίας.
Το μεγάλο παράδοξο στην περίπτωση του Ιράν είναι ότι, σε αντιδιαστολή, η στρατιωτική βιομηχανία και οι συνδεδεμένοι τομείς που ελέγχονται σε μεγάλο βαθμό από τους Φρουρούς της Επανάστασης συνεχίζουν να λειτουργούν, ενώ Αμερικανοί και Ισραηλινοί έχουν πραγματικά σοκαριστεί από το επίπεδο αναπλήρωσης των απωλειών σε πυραύλους και drones.
Κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Αμερικανοί, Γερμανοί, Βρετανοί, Ρώσοι και Ιάπωνες κατάφεραν και στρατιωτικοποίησαν πλήρως τις οικονομίες τους, αλλά με τη λεπτομέρεια ότι τότε δεν χρειάζονταν εισαγωγές. Σήμερα η κατάσταση επιβάλλει τη χρήση τεχνολογιών, ηλεκτρονικών, τσιπ που αναγκαστικά εισάγονται.
Όταν λοιπόν, παρά τα πλήγματα, έχεις διατηρήσει εξειδικευμένο προσωπικό, ενέργεια, μέρος των απαραίτητων μηχανημάτων αλλά και τα κανάλια προμηθειών των απαραίτητων υλικών (ηλεκτρονικά, τσιπ, χημικά, μηχανικό εξοπλισμό), ακόμη και αν ο συγκεκριμένος τομέας έχει δεχθεί συντριπτικά πλήγματα, μπορείς σε σύντομο διάστημα να διασπείρεις την παραγωγή και να την θέσεις άμεσα σε λειτουργία. Και αυτό συμβαίνει στο Ιράν αυτή τη στιγμή.
Οι Αμερικανοί φαίνονται να το αντιλαμβάνονται αυτό. Με σειρά κυρώσεων προσπαθούν να αποκόψουν τον ομφάλιο λώρο που συνδέει κινεζικές κύρια εταιρείες με τη στρατιωτική βιομηχανία του Ιράν, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το πρώτο κύμα κυρώσεων προς κινεζικές επιχειρήσεις τον Μάρτιο δεν έφεραν επί του πρακτέου αποτέλεσμα. Γι’ άλλη μια φορά επιστρατεύονται οι απειλές υπέρογκων δασμών απέναντι σε χώρες που συνεχίζουν να τροφοδοτούν το Ιράν. Και εδώ φυσικά δημιουργούνται νέα ερωτήματα. Θα μπορέσουν να επιβάλλουν οι ΗΠΑ σε συνεργαζόμενες χώρες συμμάχους τους, όπως η Τουρκία και το Πακιστάν, τη συμμετοχή στον οικονομικό αποκλεισμό του Ιράν; Θα καμφθούν χώρες, όπως η Κίνα και η Ρωσία, που ήδη υπόκεινται σε κυρώσεις και οικονομικό πόλεμο;
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να επιφέρουν πλήγματα που στρέφονται σε όλη την αλυσίδα που αξιοποιεί η στρατιωτική βιομηχανία του Ιράν. Δεν είναι λοιπόν το ΑΕΠ ή η συναλλαγματική ισοτιμία του ριάλ που θα φέρει το τέλος στη σύγκρουση. Το σημείο καμπής θα έρθει όταν καταρρεύσει ο ενεργειακός τομέας που τροφοδοτεί τη βαριά βιομηχανία (μεταλλουργία, πετροχημικά εργοστάσια, συστήματα μεταφορών) που θα σταματήσει να λειτουργεί, όταν αποκοπεί η στρατιωτική βιομηχανία από την πρόσβαση σε υψηλή τεχνολογία -απαραίτητη για την κατασκευή πυραύλων και drones- και φυσικά όταν το Ιράν χάσει τη δυνατότητα ταχείας αναπλήρωσης και επαναλειτουργίας όσων καταστρέφει ο εχθρός. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις και τα υπάρχοντα στοιχεία, είναι κάτι που θα αργήσει αρκετά. Είναι δύσκολο να επιβάλλεις περιορισμούς σε χώρες που ούτως ή άλλως οι Αμερικανοί δεν έχουν τις καλύτερες των σχέσεων.
Από την άλλη, ο πρόεδρος Τραμπ, παρά την άνεση και την υπομονή που φαίνεται να επιδεικνύει, πιέζεται ιδιαίτερα. Οι Αμερικανοί πολίτες δεν υποστηρίζουν αυτόν τον πόλεμο και η δημοτικότητά του έχει φτάσει στο ναδίρ. Τον Νοέμβριο έρχονται οι ενδιάμεσες εκλογές, ενώ ακόμη και στενοί σύμμαχοι, όπως το Ισραήλ και η Νότια Κορέα, φαίνονται να παραμερίζονται υπό το βάρος των δημοσκοπήσεων. Φυσικά υπάρχει πάντα ο παράγοντας κόστος της όλης επιχείρησης, κούρασης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, μείωσης των απαραίτητων οπλικών συστημάτων που δεν θα πρέπει να υποτιμώνται.
Το στοίχημα είναι ποιος τελικά θα υποχωρήσει πρώτος και τι επιπτώσεις θα έχει αυτό. Σε περίπτωση υποχώρησης Τραμπ και ΗΠΑ, οι επιλογές είναι δύσκολες. Πολύ δύσκολα οι ΗΠΑ θα αποδεχθούν την ήττα τους. Σε μια τέτοια περίπτωση ο εξαναγκασμός σε κλιμάκωση ή και χερσαία επιχείρηση είναι μια σοβαρή πιθανότητα. Σε κάθε περίπτωση στο επόμενο διάστημα, αργά ή γρήγορα, θα δούμε και πάλι αεροπορικές επιδρομές σε κρίσιμους τομείς που θα επιτείνουν την οικονομική κατάρρευση της στρατιωτικής βιομηχανίας του Ιράν.
Φυσικά, η μακρά περίοδος αστάθειας θα συνεχίσει να παράγει σκληρά αποτελέσματα για την παγκόσμια οικονομία. Υψηλές τιμές στην ενέργεια, επιβαρύνσεις από τα αυξημένα ναύλα και το κόστος ασφάλισης των φορτίων, επισιτιστική ανασφάλεια και, τέλος, πληθωρισμό και επιβράδυνση της ανάπτυξης.
Λύσεις υπάρχουν πάντα, αρκεί να επιστρέψουμε επιτέλους στη λογική και τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

