Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης είναι κάθε χρόνο ο χώρος όπου η χώρα παρουσιάζει το σχέδιό της για το αύριο. Στη φετινή 90ή ΔΕΘ θα βρίσκεται και η Εθνική Αρχή Προσβασιμότητας, το περίπτερο της οποίας θα εγκαινιάσουμε το Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου, στις 13:00. Είναι μια σημαντική παρουσία. Θα είχε όμως μικρή αξία αν η προσβασιμότητα περιοριζόταν απλώς σε ένα ακόμη περίπτερο.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό. Αυτή η Ελλάδα του αύριο, για την οποία μιλάμε κάθε Σεπτέμβριο, ποιους χωράει;
- του Στέλιου Κυμπουρόπουλου, Ψυχίατρος, πρώην ευρωβουλευτής και νυν πρόεδρος της Εθνικής Αρχής Προσβασιμότητας
Για πολλά χρόνια αντιμετωπίσαμε την προσβασιμότητα ως ένα ειδικό ζήτημα που αφορά μόνο τους ανάπηρους ανθρώπους και μπορεί να εξετάζεται στο τέλος, αφού ολοκληρωθεί ο βασικός σχεδιασμός. Έτσι δημιουργήσαμε κτίρια στα οποία προσθέσαμε εκ των υστέρων μια ράμπα, ψηφιακές υπηρεσίες που δεν μπορούν όλοι να χρησιμοποιήσουν και μεταφορές που είναι σύγχρονες μόνο για εκείνους που μπορούν να τις προσεγγίσουν.
Αυτό δεν είναι απλώς κοινωνική αδικία. Είναι κακός σχεδιασμός, σπατάλη δημόσιων πόρων και τελικά πολιτική αποτυχία. Διότι η προσβασιμότητα δεν εξυπηρετεί μόνο έναν συγκεκριμένο πληθυσμό. Αφορά τον ηλικιωμένο, τον γονέα με το παιδικό καρότσι, τον άνθρωπο που τραυματίστηκε προσωρινά, τον ταξιδιώτη που δεν γνωρίζει τη γλώσσα. Αφορά, αργά ή γρήγορα, όλους.
Σε μια χώρα που γερνά δημογραφικά και επενδύει στον τουρισμό, η προσβασιμότητα είναι επίσης αναπτυξιακή επιλογή. Ανοίγει την αγορά σε περισσότερους επισκέπτες, επιτρέπει σε περισσότερους πολίτες να εργάζονται και περιορίζει την ανάγκη διορθωτικών παρεμβάσεων, οι οποίες κοστίζουν πολύ περισσότερο όταν γίνονται εκ των υστέρων. Δεν είναι πολυτέλεια των εύπορων κρατών. Είναι προϋπόθεση ενός κράτους που χρησιμοποιεί σωστά τους πόρους του.
Η κυβέρνηση τα τελευταία χρόνια έκανε σημαντικά βήματα. Ο Προσωπικός Βοηθός, το πρόγραμμα «Προσβασιμότητα κατ’ οίκον» και η Κάρτα Αναπηρίας δεν αποτελούν απλώς τρεις ακόμη παρεμβάσεις. Ο πρώτος ενισχύει την ανεξάρτητη διαβίωση, το δεύτερο αίρει εμπόδια μέσα στον ίδιο τον χώρο κατοικίας και η τρίτη απλοποιεί την απόδειξη της αναπηρίας και την πρόσβαση σε δικαιώματα και υπηρεσίες. Το επόμενο βήμα, όμως, είναι δυσκολότερο και πιο ουσιαστικό: η προσβασιμότητα να πάψει να αποτελεί μια ξεχωριστή πολιτική και να γίνει οριζόντιο κριτήριο κάθε πολιτικής.
Κάθε νέο έργο, κάθε ψηφιακή πλατφόρμα, κάθε στεγαστικό πρόγραμμα, κάθε σχέδιο πολιτικής προστασίας και κάθε δημόσια επένδυση πρέπει να απαντά εξαρχής σε ένα απλό ερώτημα: Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ισότιμα από όλους; Και η απάντηση δεν μπορεί να βασίζεται σε καλές προθέσεις. Χρειάζονται μετρήσιμοι στόχοι, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, έλεγχος και λογοδοσία.
Σε αυτήν ακριβώς τη μετάβαση καλείται να συμβάλει η Εθνική Αρχή Προσβασιμότητας. Όχι ερχόμενη στο τέλος για να επισημάνει όσα δεν έγιναν σωστά, αλλά συμμετέχοντας εγκαίρως, πριν οι αποφάσεις γίνουν σχέδια και τα σχέδια τσιμέντο, λογισμικό ή διοικητική διαδικασία.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να μετριέται μόνο με ποσοστά, εάν κάποιοι πολίτες παραμένουν αποκλεισμένοι από τα αποτελέσματά της. Και ένα κράτος δεν γίνεται σύγχρονο επειδή ψηφιοποίησε τις υπηρεσίες του, εάν ένα μέρος των πολιτών του δεν μπορεί να τις χρησιμοποιήσει.
Η παρουσία μας στη ΔΕΘ έχει, επομένως, έναν σαφή συμβολισμό. Σήμερα η προσβασιμότητα χρειάζεται το δικό της περίπτερο για να γίνει περισσότερο ορατή. Η επιτυχία μας, όμως, θα κριθεί όταν δεν θα χρειάζεται να την αναζητούμε πουθενά ξεχωριστά, επειδή θα υπάρχει παντού. Σε κάθε περίπτερο, σε κάθε έργο, σε κάθε απόφαση. Στην ίδια τη λειτουργία του κράτους.

