Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, τον Αύγουστο του 2021, το Αφγανιστάν παραμένει μια χώρα βαθιά απομονωμένη πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά. Και αυτό καθώς η διεθνής κοινότητα επέλεξε, σε μεγάλο βαθμό, μια στρατηγική περιορισμένης εμπλοκής με το καθεστώς, επιδιώκοντας να ασκήσει πίεση για τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
- της Ζέφης Δημαδάμα , Λέκτορας του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου, πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών Ελλάδας, Αθήνας
Τις πρώτες ημέρες μετά την κατάληψη της Καμπούλ, οι Ταλιμπάν επιχείρησαν να εμφανίσουν ένα πιο μετριοπαθές πρόσωπο, υποστηρίζοντας ότι θα ακολουθούσαν μια περισσότερο φιλοδυτική πολιτική. Ειδικότερα για τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν στο περιθώριο, διαβεβαίωναν ότι θα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις ώστε να έχουν δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην εργασία.
Πέντε χρόνια αργότερα, η πραγματικότητα διαψεύδει δραματικά αυτές τις προσδοκίες.
Οι πολίτες του Αφγανιστάν υφίστανται σοβαρούς περιορισμούς δικαιωμάτων, όμως τα μεγαλύτερα θύματα είναι, αναμφίβολα, οι γυναίκες και τα κορίτσια. Η UN Women χαρακτηρίζει την κατάσταση ως μία από τις σοβαρότερες κρίσεις δικαιωμάτων των γυναικών παγκοσμίως, επισημαίνοντας ότι κανένας από τους βασικούς περιορισμούς που επιβλήθηκαν μετά το 2021 δεν έχει ανακληθεί ούτε έχει αλλάξει ουσιαστικά η πολιτική των Ταλιμπάν.
Αντίθετα, η κατάσταση παραμένει δραματική, με τις γυναίκες και τα κορίτσια να είναι σχεδόν αόρατες.
Η εκπαίδευση αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σύμφωνα με την UNESCO, το Αφγανιστάν είναι σήμερα η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου απαγορεύεται επίσημα στις γυναίκες και στα κορίτσια η εκπαίδευση πέρα από την πρωτοβάθμια βαθμίδα, ενώ ακόμη και σε αυτήν υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί. Το 2026, περίπου 2,4 εκατομμύρια κορίτσια βρίσκονται εκτός δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ οι γυναίκες παραμένουν αποκλεισμένες και από τα πανεπιστήμια από το 2022.
Οι περιορισμοί, όμως, δεν σταματούν στην εκπαίδευση. Πρόκειται για μια συστηματική συρρίκνωση της παρουσίας των γυναικών στον δημόσιο χώρο. Η πρόσβασή τους στην εργασία, στις δημόσιες υπηρεσίες, στις μετακινήσεις και στην κοινωνική ζωή περιορίζεται συνεχώς.
Η UNAMA (United Nations Assistance Mission in Afghanistan) έχει καταγράψει περιπτώσεις κατά τις οποίες γυναίκες δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν μεταφορικά μέσα, να εισέλθουν σε καταστήματα, δημόσιες υπηρεσίες ή ακόμη και σε δομές υγείας χωρίς τη συνοδεία άνδρα συγγενή.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στον τομέα της υγείας. Οι περιορισμοί στην εκπαίδευση των γυναικών επεκτάθηκαν στα τέλη του 2024 ακόμη και σε προγράμματα υγειονομικής κατάρτισης. Σε συνδυασμό με τους περιορισμούς στην πρόσβαση των γυναικών σε άνδρες επαγγελματίες υγείας, δημιουργείται ένα επικίνδυνο κενό σε μια χώρα που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα μητρικής υγείας, με αύξηση των θανάτων μητέρων ή και βρεφών.
Ταυτόχρονα, οι πρόσφατες μαρτυρίες που καταγράφει το BBC σε έρευνά του αναφέρονται σε γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί δημόσιο μαστίγωμα, φυλάκιση και άλλες μορφές τιμωρίας, αποκαλύπτοντας την ανθρώπινη διάσταση αυτής της καταστολής.
Πίσω από τους αριθμούς βρίσκονται γυναίκες που έχασαν την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την εργασία, τη δημόσια ζωή και, κυρίως, τη δυνατότητα να αποφασίζουν οι ίδιες για τη ζωή τους.
Κι όμως, η αντίσταση δεν έχει εξαφανιστεί. Οι γυναίκες συνεχίζουν να εργάζονται όπου μπορούν, να δημιουργούν μικρές επιχειρήσεις, να διεκδικούν μόρφωση και να κρατούν ζωντανή την προοπτική μιας ελεύθερης ζωής.
Γι’ αυτό και το δίλημμα της διεθνούς κοινότητας δεν μπορεί να εξαντλείται στην επιλογή μεταξύ αναγνώρισης ή απομόνωσης των Ταλιμπάν. Χρειάζεται μια στρατηγική πίεσης και εμπλοκής υπό σαφείς όρους, με τα δικαιώματα των γυναικών στο επίκεντρο και με ουσιαστική στήριξη των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Πέντε χρόνια μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία, γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το μεγαλύτερο κόστος της διεθνούς αδράνειας δεν το επωμίζεται το ίδιο το καθεστώς. Το πληρώνουν καθημερινά οι πολίτες του Αφγανιστάν και, περισσότερο από όλους, οι γυναίκες και τα κορίτσια.
Γιατί αυτές βλέπουν την πρόσβασή τους στην εκπαίδευση, την εργασία και τη δημόσια ζωή να περιορίζεται διαρκώς και μαζί να συρρικνώνονται οι ελευθερίες, οι επιλογές και οι προοπτικές τους για το μέλλον.

