«Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να μιλήσει για το μέλλον σαν να μην έχει κυβερνήσει ποτέ τη χώρα, σαν να μη φέρει την ευθύνη για μια ολόκληρη περίοδο που στοίχισε ακριβά στην Ελλάδα»
Η αναπληρώτρια υπουργός Υγείας Ειρήνη Αγαπηδάκη μιλάει στην «Political» και στον Μίλτο Σακελλάρη λίγες εβδομάδες πριν από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης και στρέφει τα βέλη της στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Σχολιάζει την επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα αλλά και το πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται με την εμφάνιση νέων κομμάτων.
«Η κυβέρνηση δεν διεκδικεί το αλάθητο. Διεκδικεί όμως κάτι ουσιαστικό. Ότι σε μια περίοδο αλλεπάλληλων διεθνών κρίσεων κράτησε τη χώρα σταθερή, ενίσχυσε την οικονομία, μείωσε την ανεργία, προσέλκυσε επενδύσεις, προχώρησε μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούσαν επί χρόνια και έκανε το κράτος πιο αποτελεσματικό και πιο φιλικό προς τον πολίτη», υπογραμμίζει αναφερόμενη στους στόχους της κυβέρνησης.
Πιστεύετε ότι η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να αναδιατάξει τον προοδευτικό χώρο ή η κοινωνία έχει γυρίσει οριστικά σελίδα από την εποχή του;
O κ. Τσίπρας προσπαθεί να εμφανιστεί ως κάτι νέο, ενώ στην πραγματικότητα είναι ίδιος με τον Τσίπρα του διχασμού, των ψεύτικων υποσχέσεων, με τον πολιτικό που άλλα λέει και άλλα κάνει. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να αναδιατάξει τον χώρο του επιπλέον για έναν λόγο: έχει πληγώσει βαθιά την Κεντροαριστερά με τις πράξεις του, ουσιαστικά τη διέλυσε για προσωπικό όφελος. Φέρεται ανήθικα στους πρώην συντρόφους τους για να μην πάρει καμιά ευθύνη για τα δικά του πεπραγμένα και φτιάχνει ένα προσωποπαγές κόμμα χωρίς ιδεολογία ή, για να το πω καλύτερα, η μόνη ιδεολογία του είναι η προσωπολατρία. Η πορεία του αποκαλύπτει ότι υποτιμά και εργαλειοποιεί τον κοινοβουλευτισμό. Παρέμεινε αδρανής όσο διάστημα ήταν βουλευτής με την ψήφο των πολιτών που τον τίμησαν, ενώ όταν παραιτήθηκε, δήλωσε ότι η παραμονή του στο κοινοβουλευτικό αξίωμα «δεν προσφέρει τίποτε ουσιαστικό σε όσους με εμπιστεύτηκαν». Δηλαδή, ενώ οι πολίτες τον ψήφισαν για να επιτελέσει τον ρόλο του ως βουλευτή στο Κοινοβούλιο, εκείνος αποφάσισε πως δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο. Τότε γιατί έθεσε υποψηφιότητα; Ίσως γιατί ο μόνος ρόλος τον οποίο επιθυμεί για τον εαυτό του είναι αυτός του αρχηγού. Το αν και κατά πόσο μπορεί κάποιος να ηγείται ενός κόμματος ενώ ταυτόχρονα έχει αποδείξει στην πράξη ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά ως βουλευτής, είναι κάτι που θα κρίνουν οι πολίτες.
Η ελληνική κοινωνία έχει προχωρήσει μπροστά και δεν έχει καμία διάθεση να ξαναζήσει το παρελθόν, όσο και αν κάποιοι επιχειρούν να το πλασάρουν με νέο περιτύλιγμα. Ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να μιλήσει για το μέλλον σαν να μην έχει κυβερνήσει ποτέ τη χώρα, σαν να μη φέρει την ευθύνη για μια ολόκληρη περίοδο που στοίχισε ακριβά στην Ελλάδα. Μην ξεχνάμε ότι ο κ. Τσίπρας είναι στην κεντρική πολιτική σκηνή σχεδόν 20 χρόνια, οι πολίτες τον ξέρουν καλά, έχουν βιώσει στο πετσί τους την πολιτική του και για αυτό δεν τσιμπάνε στο rebranding του.
Νίκος Ανδρουλάκης, Ζωή Κωνσταντοπούλου και Μαρία Καρυστιανού κινούνται, με διαφορετικό τρόπο, σε ένα κοινό ακροατήριο που εκφράζει έντονη δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση. Θεωρείτε ότι τελικά ψαρεύουν στην ίδια δεξαμενή και ποιος από τους τρεις μπορεί να έχει μεγαλύτερη πολιτική επιρροή;
Είναι σαφές ότι κινούνται στην ίδια δεξαμενή και απευθύνονται στο θυμικό των πολιτών, όχι στην κρίση τους. Βασική τους στόχευση είναι η διαμαρτυρία, η αμφισβήτηση και η καλλιέργεια συλλογικής δυσπιστίας. Όμως, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στη δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση ή στην κοινωνική αγωνία από την τοξικότητα και την παραγωγή υπεύθυνης πολιτικής. Όταν εμπιστεύεσαι τους πολίτες προσπαθείς να πείσεις, όταν τους υποτιμάς προσπαθείς να τους χειραγωγήσεις ενισχύοντας την οργή και το κοινωνικό μίσος. Ένας οργισμένος άνθρωπος είναι ευκολότερο να ψηφίσει για να διαμαρτυρηθεί. Ένας άνθρωπος απογοητευμένος, που μπορεί να ζυγίσει τα δεδομένα, ψηφίζει για το παρόν και το μέλλον του.
Ο κ. Ανδρουλάκης φαίνεται ότι έχει εγκλωβίσει το ΠΑΣΟΚ σε μια στείρα άρνηση, μιμούμενος την τακτική του παλιού ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να είναι σε θέση να καταθέσει αξιόπιστη και ρεαλιστική κυβερνητική πρόταση. Η κυρία Κωνσταντοπούλου επενδύει σταθερά στην τοξικότητα, εργαλειοποιώντας τραγωδίες και επενδύοντας στην οργή. Ίσως έτσι να προσπαθεί να καλύψει την πλήρη απουσία προγράμματος διακυβέρνησης. Η κυρία Καρυστιανού εκφράζει έναν βαθύ ανθρώπινο πόνο που όλοι σεβόμαστε, αλλά όταν η συζήτηση περνά στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης, τότε βλέπουμε την πολιτική ένδεια του εγχειρήματός της.
Όσον αφορά την πολιτική επιρροή, η διαμαρτυρία μπορεί να δημιουργεί θόρυβο, αλλά η πραγματική πολιτική επιρροή κρίνεται στο αν μπορείς να προσφέρεις λύσεις. Κανένας από τους τρεις δεν διαθέτει μια συνεκτική πρόταση διακυβέρνησης. Η κοινωνία και οι πολίτες στο τέλος της μέρας κατανοούν τη διαφορά ανάμεσα σε εκείνον που καταγγέλλει τα πάντα και εκείνον που παλεύει καθημερινά μέσα στο πεδίο για να αλλάξει τα κακώς κείμενα.
Η ΔΕΘ θα αποτελέσει ουσιαστικά το πρώτο μεγάλο πολιτικό ορόσημο της νέας περιόδου. Ποιο είναι το μήνυμα που πρέπει να εκπέμψει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ώστε η κυβέρνηση να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και να πείσει ότι έχει μπροστά της πολιτικό ορίζοντα πέρα από τη διαχείριση της καθημερινότητας; Ο χρόνος που έχει απομείνει στην κυβέρνηση αρκεί; Θεωρείτε πως θα έπρεπε να γίνουν νωρίτερα κάποιες κινήσεις;
Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία να παρουσιάσουμε όχι μόνο τον απολογισμό όσων έχουμε πετύχει, αλλά κυρίως το σχέδιο για την επόμενη μέρα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα περιγράψει με σαφήνεια το όραμα και το σχέδιο για τη δεύτερη φάση των μεγάλων αλλαγών. Η κυβέρνηση δεν διεκδικεί το αλάθητο. Διεκδικεί όμως κάτι ουσιαστικό. Ότι σε μια περίοδο αλλεπάλληλων διεθνών κρίσεων κράτησε τη χώρα σταθερή, ενίσχυσε την οικονομία, μείωσε την ανεργία, προσέλκυσε επενδύσεις, προχώρησε μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούσαν επί χρόνια και έκανε το κράτος πιο αποτελεσματικό και πιο φιλικό προς τον πολίτη.
Η καθημερινότητα δεν προσφέρεται για μικροπολιτική. Είναι η ουσία της πολιτικής. Από την ενίσχυση του ΕΣΥ και το Πρόγραμμα «Προλαμβάνω» μέχρι τον ψηφιακό μετασχηματισμό του κράτους, τις αυξήσεις στους μισθούς και τις παρεμβάσεις στην εκπαίδευση, ο στόχος είναι ένας: κάθε πολίτης να βλέπει απτή βελτίωση στη ζωή του. Το 2019 κανείς δεν πίστευε ότι εν μέσω αλλεπάλληλων κρίσεων η Ελλάδα θα κατάφερνε να προσελκύει επενδύσεις και να είναι σε θέση να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό δεν έγινε μαγικά, αλλά με επιμονή, σχέδιο και σκληρή δουλειά. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης απέδειξε στην πράξη ότι μπορεί να κάνει την Ελλάδα ισχυρότερη. Και τώρα το ζητούμενο είναι να ζήσουμε σε πιο δίκαιη κοινωνία. Αυτός είναι βασικός στόχος της κυβέρνησης και όχι απλώς η σταθερότητα. Δεν μας απασχολεί η εκλογολογία. Μας απασχολεί να αξιοποιήσουμε κάθε μέρα μέχρι το τέλος της θητείας μας για να ολοκληρώσουμε τις δεσμεύσεις μας απέναντι στους πολίτες. Να λύσουμε προβλήματα που βελτιώνουν τη ζωή και την καθημερινότητα κάθε οικογένειας.
Έχετε δεχτεί, όπως και άλλα στελέχη της κυβέρνησης, έντονη κριτική και προσωπικές επιθέσεις στα social media. Πού τελειώνει η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση και πού αρχίζει ο τοξικός λόγος; Και θεωρείτε ότι η αντιπολίτευση έχει συμβάλει στην κανονικοποίηση αυτής της πολιτικής τοξικότητας; Πάντως, σας κατηγορούν για κυβέρνηση υποδίκων, απευθείας αναθέσεων και «γαλάζιων» σκανδάλων.
Η αυστηρή ή, αν θέλετε, η σκληρή κριτική δεν είναι μόνο θεμιτή αλλά απαραίτητη για τη δημοκρατία. Εκεί που πρέπει να μπαίνει ένα ξεκάθαρο όριο είναι όταν η πολιτική αντιπαράθεση μετατρέπεται σε προσωπική στοχοποίηση, συκοφαντία ή συστηματική απαξίωση θεσμών και προσώπων. Από το 2019 έχω βιώσει επαναλαμβανόμενα και συστηματικά -όπως και πολλά άλλα μέλη της κυβέρνησης- την προσπάθεια αποδόμησής μου ως προσώπου. Πρόκειται για μια τακτική που έχει ως βασικό στόχο να σπιλώσει το πρόσωπο επειδή δεν μπορεί να αποδομήσει το έργο. Τα παλαιοκομματικά οχυρά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τις απαιτήσεις της πολιτικής τού σήμερα που ζητά λύσεις. Τι κάνουν λοιπόν; Όταν κάποιος παράγει απτό έργο με ισχυρό κοινωνικό αντίκτυπο -όπως είναι για παράδειγμα το «Προλαμβάνω»- το οποίο δεν μπορούν να αμφισβητήσουν, τότε επιχειρούν να σπιλώσουν το πρόσωπο. Η βασική τους προσέγγιση είναι να παρουσιάσουν άξιους ανθρώπους ως διεφθαρμένους, φαύλους, αναξιόπιστους για να πλήξουν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Λες και ο πολίτης θα αμφισβητήσει την ίδια την πραγματικότητα, τα ίδια του τα μάτια και θα πιστέψει αυτά που λέει ή γράφει κάποιος για την πραγματικότητα που ζει ο ίδιος.
Σε ό,τι αφορά τις κατηγορίες που διατυπώνονται κατά της κυβέρνησης, η θέση μας είναι ξεκάθαρη. Σε ένα κράτος δικαίου δεν αποφαίνονται ούτε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ούτε τα τηλεοπτικά πάνελ. Όπου υπάρχουν σκιές ή εκκρεμότητες, η δικαιοσύνη κινείται ανεξάρτητα και αμείλικτα. Εμείς δεν κρυβόμαστε, ούτε συμψηφίζουμε. Αλλά δεν πρόκειται να δεχτούμε τη γενικευμένη απαξίωση των θεσμών από εκείνους που, όταν κυβέρνησαν, δοκίμασαν τα όρια της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης. Η απάντησή μας στην τοξικότητα είναι η διαφάνεια, το αποτέλεσμα και ο σεβασμός στον πολίτη.
Η Νέα Δημοκρατία βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κατακερματισμένο αλλά ιδιαίτερα επιθετικό αντιπολιτευτικό χώρο. Ποιον θεωρείτε σήμερα μεγαλύτερο κίνδυνο για την κυβέρνηση: μια πιθανή επιστροφή του Τσίπρα, την ενίσχυση του ΠΑΣΟΚ, την άνοδο της Ζωής Κωνσταντοπούλου ή την πολιτική δυναμική που μπορεί να αποκτήσει η υπόθεση των Τεμπών;
Δεν θεωρώ ότι η κυβέρνηση απειλείται από την επιστροφή οποιουδήποτε πολιτικού αρχηγού ή από τη δημοσκοπική άνοδο κάποιου κόμματος. Ούτε καν από την προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης εθνικών τραυμάτων, όπως η τραγωδία των Τεμπών, την οποία η κοινωνία βιώνει με πόνο και ζητά απαντήσεις από τη δικαιοσύνη. Οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται από τις κορόνες της αντιπολίτευσης. Κρίνονται από το έργο τους, από τη συνέπειά τους και από την ικανότητά τους να λύνουν προβλήματα.
Ο μόνος αντίπαλος που αναγνωρίζουμε είναι ο εφησυχασμός. Να απομακρυνθούμε από την κοινωνία, να καθυστερήσουμε μεταρρυθμίσεις ή να θεωρήσουμε δεδομένη την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όσο παραμένουμε προσγειωμένοι, όσο ακούμε την κοινωνία και διορθώνουμε τα λάθη μας, καμία αντιπολιτευτική κορόνα δεν μπορεί να ανακόψει την πορεία της χώρας.
Η Νέα Δημοκρατία κρίνεται καθημερινά από την ικανότητά της να δίνει λύσεις, να φροντίζει για τις ανάγκες των πολιτών, να προσπαθεί να κρατήσει τη χώρα όρθια όταν γύρω μας το διεθνές σκηνικό είναι τόσο ασταθές και προκαλεί τόσα προβλήματα. Αυτό είναι το στοίχημά μας και αυτό προσπαθούμε κάθε μέρα να κερδίσουμε. Η πολιτική είναι καθημερινή σκληρή μάχη για να κερδηθεί το στοίχημα για μια ισχυρή Ελλάδα, για κοινωνικά δίκαιο κράτος και κοινωνία με ανθρωπιά και συνοχή. Και αυτό το ξέρουμε όλες και όλοι καλά στη Νέα Δημοκρατία, για αυτό παλεύουμε γειτονιά-γειτονιά σε όλη τη χώρα κάθε μέρα. Για αυτό σε κάθε τοξική φράση μπορούμε να απαντάμε τεκμηριωμένα με το έργο μας. Τα μικρά και τα μεγάλα που καταφέραμε να κάνουμε πράξη και όσα σχεδιάζουμε να αλλάξουμε στο μέλλον. Για εμάς η χώρα δεν μπορεί να πορεύεται με το μίσος τού χθες αλλά με την προσδοκία του κοινωνικά δίκαιου αύριο.

