Αύξηση 229% την τριετία 2027-2029 – Η Άγκυρα επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, με έμφαση στα drones, την αεράμυνα και τον ηλεκτρονικό πόλεμο
Σε υπερτριπλασιασμό των αμυντικών δαπανών της μέσα στην επόμενη τριετία προχωρά η Τουρκία, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ και να περιορίσει την εξάρτησή της από δυτικούς προμηθευτές οπλικών συστημάτων.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της τουρκικής κυβέρνησης, οι δαπάνες για την άμυνα προβλέπεται να αυξηθούν συνολικά κατά 229% την περίοδο 2027-2029. Το μεγαλύτερο μέρος των πρόσθετων κονδυλίων δεν θα κατευθυνθεί στην αγορά έτοιμων συστημάτων από το εξωτερικό, αλλά στην ανάπτυξη και παραγωγή όπλων από την εγχώρια αμυντική βιομηχανία.
Παρουσιάζοντας τον σχεδιασμό, ο αντιπρόεδρος της Τουρκίας Τζεβντέτ Γιλμάζ ανέφερε ότι βασικός στόχος είναι η χώρα να αναπτύσσει τις δικές της αμυντικές τεχνολογίες, να μπορεί να καλύπτει αυτόνομα τις επιχειρησιακές της ανάγκες και να παράγει προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας.
«Όπου δεν υπάρχει ασφάλεια, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ανάπτυξη ούτε δημοκρατία. Με βάση αυτή την πραγματικότητα διαμορφώνουμε τον προϋπολογισμό μας», δήλωσε.
Η γεωγραφία των κρίσεων γύρω από την Τουρκία και ο παράγοντας Ελλάδα – Τι γράφει ο διεθνής Τύπος
Η μεγάλη αύξηση των αμυντικών δαπανών συνδέεται άμεσα με τις συγκρούσεις και τις γεωπολιτικές εντάσεις που περιβάλλουν την Τουρκία.
Στα βόρεια συνεχίζεται ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας, ο οποίος έχει επεκτείνει τις επιπτώσεις του στη Μαύρη Θάλασσα. Επιθέσεις με drones και πυραύλους, θαλάσσιες νάρκες και περιστατικά εναντίον εμπορικών πλοίων δημιουργούν μια ολοένα πιο επικίνδυνη κατάσταση σε μια περιοχή ζωτικής σημασίας για την Άγκυρα.
Η Τουρκία ελέγχει τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων βάσει της Συνθήκης του Μοντρέ του 1936, ενώ ταυτόχρονα αποτελεί βασικό στρατιωτικό πυλώνα της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.
Στα ανατολικά, η αστάθεια γύρω από το Ιράν και η όξυνση της αντιπαράθεσής του με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ενισχύουν την αβεβαιότητα. Στα νότια, η κατάσταση στη Συρία και η αυξανόμενη ισραηλινή στρατιωτική δραστηριότητα επηρεάζουν άμεσα τους τουρκικούς σχεδιασμούς.
Παράλληλα, η Άγκυρα παρακολουθεί στενά την ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων του Ισραήλ με την Ελλάδα, καθώς και τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και την Κύπρο. Η μακροχρόνια ελληνοτουρκική αντιπαράθεση εξακολουθεί να αποτελεί σταθερό παράγοντα στον στρατηγικό σχεδιασμό της Τουρκίας.
Όπως σημειώνει ο Ομέρ Οζκιζιλτζίκ, συνεργάτης του Atlantic Council με έδρα την Άγκυρα, η χώρα βρίσκεται ανάμεσα σε πολλαπλές εστίες σύγκρουσης: την Ουκρανία στον βορρά, το Ιράν στην ανατολή και το Ισραήλ και τη Συρία στον νότο, ενώ στα δυτικά διατηρείται η ένταση με την Ελλάδα.
Η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας και οι… αναξιόπιστοι σύμμαχοι
Η στροφή προς την εγχώρια παραγωγή όπλων δεν αποτελεί καινούργια πολιτική. Η Τουρκία επενδύει εδώ και χρόνια στην αμυντική της αυτονομία, ιδιαίτερα μετά τις κυρώσεις, τους περιορισμούς στις εξαγωγές στρατιωτικού υλικού και τις επανειλημμένες διαφωνίες της με δυτικούς συμμάχους.
Ο Μπιλ Παρκ, ειδικός σε θέματα άμυνας στο King’s College του Λονδίνου, επισημαίνει ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί να παραμένει εξαρτημένη από συμμάχους οι οποίοι, κατά την τουρκική αντίληψη, έχουν αποδειχθεί κατά καιρούς αναξιόπιστοι.
Η Άγκυρα επιδιώκει, επομένως, μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων. Θέλει να μπορεί να πραγματοποιεί στρατιωτικές επιχειρήσεις, να εξοπλίζει τις ένοπλες δυνάμεις της και να συνάπτει αμυντικές συμφωνίες χωρίς να εξαρτάται από τις πολιτικές αποφάσεις άλλων κυβερνήσεων.
Στον υπολογισμό της περιλαμβάνεται επίσης η εκτίμηση ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επιθυμούν σταδιακά να περιορίσουν το άμεσο στρατιωτικό τους αποτύπωμα στη Μέση Ανατολή. Αυτό, σύμφωνα με αναλυτές, ωθεί τις περιφερειακές δυνάμεις να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ασφάλειά τους.
Η Τουρκία διατηρεί ήδη στρατιωτική παρουσία ή βάσεις στη Συρία, στη Λιβύη, στο Κατάρ και στη Σομαλία. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα διεθνή στρατιωτικά αποτυπώματα μεταξύ των λεγόμενων μεσαίων δυνάμεων, το οποίο απαιτεί σημαντικούς οικονομικούς και υλικούς πόρους.
Η Συρία και η ένταση με το Ισραήλ
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί στην Άγκυρα η κατάσταση στη Συρία, όπου οι τουρκικοί και οι ισραηλινοί στρατηγικοί σχεδιασμοί φαίνεται να συγκρούονται ολοένα συχνότερα.
Η Τουρκία επιθυμεί να ενισχύσει την επιρροή της στη μεταπολεμική Συρία, να συμβάλει στην ανασυγκρότηση των συριακών ενόπλων δυνάμεων και να αποτρέψει τη δημιουργία απειλών κοντά στα νότια σύνορά της.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, εμφανίζεται αποφασισμένο να εμποδίσει την ανάπτυξη τουρκικών στρατιωτικών υποδομών στη Συρία. Ισραηλινά πλήγματα εναντίον στρατιωτικών εγκαταστάσεων κοντά στα τουρκικά σύνορα έχουν αυξήσει τον κίνδυνο άμεσης αντιπαράθεσης.
Σύμφωνα με τον Αμερικανό ειδικό απεσταλμένο Τομ Μπάρακ, μία από αυτές τις επιθέσεις θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε αεροπορική σύγκρουση με τουρκικά μαχητικά που περιπολούσαν στην περιοχή.
Ένταση καταγράφεται και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ανέφεραν πρόσφατα ότι τουρκικά πολεμικά πλοία προσέγγισαν ισραηλινή πυραυλάκατο κοντά στην Κύπρο, προτού απομακρυνθούν. Το περιστατικό ακολούθησε συμφωνία ύψους περίπου 3 δισ. ευρώ για την προμήθεια ισραηλινών συστημάτων αεράμυνας στην Ελλάδα.
Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, σχολιάζοντας τις περιφερειακές εξελίξεις, προειδοποίησε ότι η Τουρκία δεν πρόκειται να παρακολουθεί αδρανής ενέργειες που θεωρεί ότι αποσκοπούν στην περικύκλωσή της.
«Δεν θα παραμείνουμε θεατές απέναντι σε εχθρικά βήματα που στοχεύουν στην περικύκλωση της χώρας μας», δήλωσε μετά από συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου.
Η Συμφωνία της Μέκκας και ο νέος ρόλος της Άγκυρας
Στη νέα στρατηγική εξίσωση εντάσσεται και η συμφωνία κοινής άμυνας που έχει υπογράψει η Τουρκία με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.
Η λεγόμενη Συμφωνία Άμυνας της Μέκκας προβλέπει στενότερο συντονισμό των τριών χωρών και αμοιβαία συνδρομή απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Για την Άγκυρα, η συμφωνία διευρύνει τις υποχρεώσεις αλλά και τις ευκαιρίες της στον τομέα της περιφερειακής ασφάλειας.
Οι συνεχιζόμενες επιθέσεις των Χούθι εναντίον της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και οι ευρύτερες απειλές κατά των ενεργειακών υποδομών και της ναυσιπλοΐας στην Ερυθρά Θάλασσα, είναι πιθανό να αυξήσουν τη ζήτηση για τουρκικά οπλικά συστήματα, τεχνογνωσία και στρατιωτική υποστήριξη.
Αναλυτές εκτιμούν ότι η Τουρκία θα κληθεί να αναλάβει μεγαλύτερο ρόλο τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Παρά τις κατά καιρούς εντάσεις με τους εταίρους της, η σημασία της για το ΝΑΤΟ έχει ενισχυθεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Προτεραιότητα σε drones, αεράμυνα και ηλεκτρονικό πόλεμο
Το μεγαλύτερο μέρος των νέων κονδυλίων αναμένεται να διοχετευθεί σε τρεις κρίσιμους τομείς: στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, στα συστήματα αεράμυνας και στον ηλεκτρονικό πόλεμο.
Οι πόλεμοι στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή έχουν αναδείξει τη σημασία των drones, των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς, των συστημάτων έγκαιρης προειδοποίησης και των μέσων παρεμβολής ή εξουδετέρωσης εχθρικών επικοινωνιών.
Η Τουρκία διαθέτει ήδη σημαντική εμπειρία στον τομέα των μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Τουρκικά drones έχουν χρησιμοποιηθεί στην Ουκρανία, στη Λιβύη, στη Συρία, στον Νότιο Καύκασο και σε άλλες συγκρούσεις, ενισχύοντας τη διεθνή παρουσία της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας.
Παράλληλα, αναπτύσσονται άρματα μάχης, πολεμικά πλοία, υποβρύχια, πύραυλοι, ελικόπτερα και συστήματα αεράμυνας.
Κεντρική θέση στον σχεδιασμό κατέχει το KAAN, το εγχώριο μαχητικό αεροσκάφος πέμπτης γενιάς, το οποίο προορίζεται να μειώσει την εξάρτηση της τουρκικής Πολεμικής Αεροπορίας από ξένα αεροσκάφη. Μετά τη βελτίωση των σχέσεων Άγκυρας-Ουάσιγκτον, οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται διατεθειμένες να υποστηρίξουν την προμήθεια κινητήρων για το πρόγραμμα.
Η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν θεωρούνται πιθανοί μελλοντικοί πελάτες ή εταίροι στην ανάπτυξη και παραγωγή του KAAN.
Από εισαγωγέας σε εξαγωγέα όπλων και… μέ έναν σμπάρο, δυό τριγόνια
Η αύξηση των αμυντικών δαπανών εξυπηρετεί επομένως έναν διπλό στόχο. Από τη μία πλευρά, η Τουρκία επιδιώκει να ενισχύσει την εθνική της ασφάλεια σε ένα περιβάλλον πολλαπλών κρίσεων. Από την άλλη, θέλει να μετατρέψει την αμυντική βιομηχανία σε έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς κλάδους της οικονομίας της.
Η Άγκυρα δεν φιλοδοξεί πλέον απλώς να καλύπτει τις ανάγκες των δικών της ενόπλων δυνάμεων. Επιδιώκει να κατακτήσει μεγαλύτερο μερίδιο της διεθνούς αγοράς όπλων, προσφέροντας φθηνότερες και πολιτικά λιγότερο περιοριστικές εναλλακτικές λύσεις σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής.
Όπως επισημαίνει ο Ομέρ Οζκιζιλτζίκ, η Τουρκία μετατρέπεται σταδιακά από καταναλωτή αμυντικών συστημάτων σε παραγωγό και προμηθευτή.
Η αύξηση κατά 229% δεν αποτελεί, συνεπώς, μόνο μία αντίδραση στους πολέμους που περιβάλλουν την Τουρκία. Αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου στρατηγικής αυτονομίας, περιφερειακής επιρροής και οικονομικής ανάπτυξης μέσω της αμυντικής βιομηχανίας.
Το στοίχημα για την κυβέρνηση Ερντογάν είναι αν μπορεί να χρηματοδοτήσει αυτή τη μεγάλη επενδυτική προσπάθεια χωρίς να επιβαρύνει υπερβολικά μια οικονομία που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλό πληθωρισμό και δημοσιονομικές πιέσεις. Εξίσου κρίσιμο είναι αν η Τουρκία θα μπορέσει να ολοκληρώσει εγκαίρως τα φιλόδοξα εξοπλιστικά της προγράμματα και να περιορίσει την εξάρτησή της από κρίσιμα ξένα εξαρτήματα, όπως οι κινητήρες των αεροσκαφών.
Σε κάθε περίπτωση, η κατεύθυνση έχει ήδη καθοριστεί: η Άγκυρα προετοιμάζεται για έναν κόσμο στον οποίο οι στρατιωτικές συμμαχίες παραμένουν σημαντικές, αλλά κάθε χώρα καλείται να βασίζεται ολοένα περισσότερο στις δικές της δυνατότητες.

