Η οικοδομή αποτελεί διαχρονικά έναν από τους βασικούς κινητήρες της ελληνικής οικονομίας. Δημιουργεί θέσεις εργασίας, ενεργοποιεί δεκάδες επαγγέλματα, φέρνει επενδύσεις και αυξάνει την προσφορά κατοικιών σε μια περίοδο κατά την οποία το στεγαστικό πρόβλημα πιέζει όλο και περισσότερο τα νοικοκυριά. Κι όμως, πριν μπει ο πρώτος εκσκαφέας σε ένα οικόπεδο, ο επενδυτής πρέπει συχνά να περάσει από έναν μαραθώνιο: την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
- του Παναγιώτη Κόνσουλα, Οικονομολόγος-πολιτικός επιστήμονας
Στα χαρτιά, η ψηφιοποίηση μέσω του συστήματος e-Άδειες έχει αλλάξει θεαματικά τη διαδικασία. Οι φάκελοι υποβάλλονται ηλεκτρονικά, αρκετές πράξεις διεκπεραιώνονται χωρίς φυσική παρουσία και ανάλογα με την κατηγορία της άδειας, προβλέπονται συγκεκριμένες διαδικασίες και προθεσμίες. Στην πράξη, όμως, η οικοδομική άδεια δεν είναι μια απλή ηλεκτρονική αίτηση. Είναι το τελευταίο κομμάτι μιας αλυσίδας από ελέγχους, εγκρίσεις, μελέτες και διορθώσεις.
Για μια συνηθισμένη νέα πολυκατοικία, ο πραγματικός χρόνος από τη στιγμή που ξεκινά σοβαρά η προετοιμασία του φακέλου μέχρι να μπορεί να αρχίσει νόμιμα η κατασκευή μπορεί να φτάσει αρκετούς μήνες. Σε απλές περιπτώσεις, με καθαρό ιδιοκτησιακό καθεστώς, σαφείς όρους δόμησης και χωρίς εμπλοκή άλλων υπηρεσιών, η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί σχετικά γρήγορα. Όταν όμως απαιτούνται εγκρίσεις από Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής, αρχαιολογική υπηρεσία, δασικές υπηρεσίες ή άλλους φορείς, ο χρόνος μπορεί εύκολα να διπλασιαστεί.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πρόβλημα. Δεν αρκεί να μετράμε πόσες ημέρες χρειάζεται η τελική ηλεκτρονική έκδοση της άδειας. Πρέπει να μετράμε τον συνολικό χρόνο που απαιτείται για να ωριμάσει ένας φάκελος. Και αυτός ο χρόνος, στην πραγματική αγορά, συχνά μεταφράζεται σε έξι, οκτώ, ακόμη και δώδεκα μήνες, ανάλογα με την περιοχή και τις ιδιαιτερότητες του ακινήτου.
Κάθε μήνας καθυστέρησης έχει κόστος. Ο κατασκευαστής έχει ήδη δεσμεύσει κεφάλαια για την αγορά του οικοπέδου ή την αντιπαροχή, πληρώνει μηχανικούς, μελέτες, χρηματοοικονομικά έξοδα και φόρους, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει αυξήσεις στις τιμές των υλικών και των συνεργείων. Το κόστος αυτό τελικά ενσωματώνεται στην τιμή πώλησης του νέου διαμερίσματος.
Άρα, η ταχύτητα έκδοσης των οικοδομικών αδειών δεν αφορά μόνο τους κατασκευαστές. Αφορά άμεσα και τον πολίτη που αναζητά κατοικία. Όσο πιο αργά μπαίνουν νέα ακίνητα στην αγορά, τόσο δυσκολότερα αυξάνεται η προσφορά και τόσο μεγαλύτερη πίεση ασκείται στις τιμές.
Η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα ψηφιοποίησης. Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η πραγματική ενοποίηση των εγκρίσεων, με δεσμευτικές προθεσμίες για όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες και πλήρη ψηφιακή παρακολούθηση κάθε φακέλου.
Η αβεβαιότητα είναι μεγαλύτερο πρόβλημα από την καθυστέρηση. Ένας επενδυτής μπορεί να προγραμματίσει οκτώ μήνες αδειοδότησης, εφόσον γνωρίζει ότι αυτοί είναι οκτώ. Δεν μπορεί όμως να προγραμματίσει όταν μια παρατήρηση εμφανίζεται μετά από εβδομάδες, όταν ζητούνται νέα στοιχεία ή όταν διαφορετικές ερμηνείες της νομοθεσίας δημιουργούν διορθώσεις.
Για αυτό χρειάζεται ένας εθνικός συγκεκριμένος στόχος: κάθε πλήρης φάκελος νέας οικοδομής, χωρίς πολεοδομικές εκκρεμότητες, να οδηγείται σε άδεια μέσα σε προβλέψιμο διάστημα. Όπου υπάρχει καθυστέρηση, πολίτης και μηχανικός να γνωρίζουν ποια υπηρεσία κρατά τον φάκελο, γιατί και μέχρι πότε οφείλει να απαντήσει.
Γιατί μια σύγχρονη χώρα δεν μπορεί να θεωρεί φυσιολογικό να κατασκευάζει ένα κτίριο σε δύο χρόνια, αλλά να χρειάζεται σχεδόν έναν χρόνο για να επιτρέψει στον ιδιοκτήτη του να ξεκινήσει.

