Οι γυναίκες ζουν περίπου το 25% της ζωής τους με προβλήματα υγείας, την ώρα που παραμένουν υποεκπροσωπούμενες στις κλινικές δοκιμές
Η ιατρική έχει κάνει τεράστια άλματα τις τελευταίες δεκαετίες. Για τις γυναίκες, όμως, ένα σημαντικό κομμάτι της εικόνας εξακολουθεί να λείπει.
Μόλις το 7% της παγκόσμιας χρηματοδότησης για την ιατρική έρευνα κατευθύνεται σε παθήσεις και προβλήματα υγείας που αφορούν αποκλειστικά τις γυναίκες, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.
Το ερευνητικό αυτό κενό έχει συνέπειες που ξεκινούν από τον τρόπο με τον οποίο δοκιμάζονται τα φάρμακα και φτάνουν μέχρι τη διάγνωση και την αντιμετώπιση ασθενειών.
Οι γυναίκες εκτιμάται ότι περνούν περίπου το 25% της ζωής τους με προβλήματα υγείας σε σύγκριση με τους άνδρες, ενώ η μείωση του χάσματος θα μπορούσε, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, να προσθέτει έως και 1 τρισ. δολάρια ετησίως στην παγκόσμια οικονομία μέχρι το 2040.
Όταν οι γυναίκες λείπουν από τις κλινικές δοκιμές
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζεται ήδη από τα πρώτα στάδια ανάπτυξης νέων θεραπειών.
Μόλις ένας στους τρεις συμμετέχοντες στις κλινικές δοκιμές φάσης 1 είναι γυναίκα. Η υποεκπροσώπηση εμφανίζεται και σε σημαντικούς ερευνητικούς τομείς, μεταξύ των οποίων η καρδιολογία και η ογκολογία.
Το χάσμα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο για συγκεκριμένες ομάδες, όπως οι γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και οι γυναίκες από φυλετικές ομάδες που παραδοσιακά υποεκπροσωπούνται στην ιατρική έρευνα.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της εγκυμοσύνης. Μόλις το 5% των φαρμάκων στην Ευρώπη εγκρίνεται για χρήση πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά την εγκυμοσύνη, με αποτέλεσμα πολλές γυναίκες να βρίσκονται αντιμέτωπες με αποφάσεις για τις οποίες η διαθέσιμη επιστημονική τεκμηρίωση παραμένει περιορισμένη.
Γιατί το φύλο έχει σημασία στην ιατρική
Οι βιολογικές διαφορές μπορούν να επηρεάζουν τόσο την εξέλιξη μιας νόσου όσο και τον τρόπο με τον οποίο ένας οργανισμός ανταποκρίνεται σε μια θεραπεία.
Γι’ αυτό και ένα από τα βασικά ζητήματα που αναδεικνύονται είναι η ανάγκη οι κλινικές μελέτες να σχεδιάζονται εξαρχής με μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών και με συστηματική καταγραφή των αποτελεσμάτων ανά φύλο.
Ιδιαίτερη έμφαση χρειάζεται σε ομάδες που συχνά μένουν εκτός των δοκιμών, όπως οι έγκυες και θηλάζουσες γυναίκες, όσες βρίσκονται μετά την εμμηνόπαυση και γυναίκες από υποεκπροσωπούμενες κοινότητες.
Πώς μπορεί να μικρύνει το χάσμα
Στις προτάσεις που έχουν τεθεί στο τραπέζι περιλαμβάνονται περισσότερα κίνητρα για την ανάπτυξη θεραπειών που αφορούν τη γυναικεία υγεία, μεγαλύτερη συμμετοχή γυναικών στις κλινικές δοκιμές και αναλυτικότερη καταγραφή των διαφορών ανά φύλο στα αποτελέσματα των μελετών.
Παράλληλα, επισημαίνεται η ανάγκη εκσυγχρονισμού των κατευθυντήριων οδηγιών και των πληροφοριών που συνοδεύουν τα φάρμακα, ώστε να λαμβάνουν περισσότερο υπόψη τις διαφορετικές επιδράσεις που μπορεί να έχουν σε γυναίκες και άνδρες.
Το χάσμα στη γυναικεία υγεία έχει τελικά δύο διαστάσεις. Η μία αφορά τις ίδιες τις γυναίκες και την ποιότητα της περίθαλψης που λαμβάνουν. Η δεύτερη αφορά το οικονομικό και κοινωνικό κόστος που δημιουργείται όταν οι ανάγκες υγείας του μισού παγκόσμιου πληθυσμού εξακολουθούν να μην εκπροσωπούνται ισότιμα στην έρευνα.

