Ας μιλήσουμε κυνικά. Είναι δύσκολο να κατανοηθεί η αγωνία, μήπως και δεν υπογραφεί από μια μη κυβέρνηση και με πρωτοφανείς διαδικασίες κατεπείγοντος η Συμφωνία για το Σκοπιανό, και μάλιστα κάποιοι να το αναγάγουν σε μείζον για την πολιτική τους στάση από εδώ και πέρα ή να καθορίζουν τις διαχωριστικές πολιτικές γραμμές με βάση αυτό. Το δόγμα όσοι είναι υπέρ οποιασδήποτε Συμφωνίας και σε οποιεσδήποτε συνθήκες είναι εξ ορισμού προοδευτικοί και αριστεροί, ενώ οι υπόλοιποι είναι ύποπτοι προς ψευτοπατριωτισμό είναι ένα απολίτικο, αποϊδεολογικοποιημένο σχήμα και τίποτα παραπάνω.

Είναι αδιανόητο να γίνονται ανεκτές οι διαδικασίες που επέλεξε να οδηγηθεί η κυβέρνηση προς Συμφωνία, και αυτό να μην προκαλεί καμία ουσιαστική αντίδραση. Διαπραγμάτευση εν κρυπτώ, πιθανότατα συνδεδεμένη με οικονομικά θέματα (π.χ. ρύθμιση χρέους) και με το βλέμμα στραμμένο στο πώς θα δημιουργηθούν προβλήματα στην αντιπολίτευση είναι απλά ανιστόρητη. Ο χειρισμός εθνικών θεμάτων ιστορικού βάθους και ασφαλώς συγκεντρωμένου εύφλεκτου υλικού δεν μπορεί να γίνεται με στοχοποιημένα τα βασικά κόμματα της αντιπολίτευσης, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτός και μάλιστα να μην εξοργίζει περιέργως.

Αυτάρεσκη ειρωνεία από τον πολύ κ. Κοτζιά κατά όσων συμμετείχαν στις διαδηλώσεις και καταγγελία τους περίπου ως ακροδεξιών ή οπισθοδρομικών, και μάλιστα τη στιγμή που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 70%-75% (ανάμεσά τους το 50% = 55% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ) τάσσονται κατά, είναι επιεικώς απαράδεκτη πολιτική στάση. Η αγνόηση της λαϊκής βούλησης δεν συνιστά αντιλαϊκισμό, αλλά ανοησία η ροπή προς αυτοκτονία. Το πολιτικό νεκροταφείο είναι γεμάτο από κόμματα που είπαν πολύ σωστά πράγματα και έπαιρναν 15%-1,5%, μέχρι που εξαφανίστηκαν. Καθήκον της πολιτικής δεν είναι να πορεύεται με βάση τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά πως πείθει, πως συνθέτει, πως δημιουργεί κρίσιμα μεγέθη που αντιπαρατίθενται σε προκαταλήψεις και λαθεμένους προσανατολισμούς.

Μαζί μ’ αυτά δεν μπορεί να γίνει κατανοητό πώς γίνεται ανεκτό να υπογράφεται μια Συμφωνία από μια κυβέρνηση που ουσιαστικά δεν υπάρχει, δίχως απόφαση καν του Υπουργικού Συμβουλίου και ασφαλώς χωρίς απόφαση της Βουλής. Τι ακριβώς δείχνει η ανοχή σ’ αυτήν τη θεσμική απρέπεια και αντιδημοκρατική μεθόδευση; Είναι υποβάθμιση άραγε διά της διαδικαστικολογίας ένας τέτοιος ισχυρισμός; Η παράβλεψη όλων αυτών συνιστά άραγε προοδευτική, αριστερή, φιλελεύθερη στάση; Μην τρελαθούμε…

Ας μη γελιόμαστε. Έπρεπε επιτέλους να δοθεί μια λύση στο πρόβλημα και ο κ. Τσίπρας ήταν –όπως και ο ίδιος παραδέχτηκε– τυχερός λόγω της αλλαγής των πολιτικών συσχετισμών στη γείτονα χώρα. Ασφαλώς και δεν μπορούσε να υπάρχει ποτέ λύση, αν σ’ αυτή δεν γινόταν αποδεκτή από τη μεριά μας σύνθετης ονομασίας με τη χρήση του ονόματος «Μακεδονία». Ήταν λοιπόν τυχερός και λόγω συγκυρίας και λόγω μιας κληρονομιάς όσων ο κ. Κοτζιάς κατακεραύνωνε με αποχαρακτηρισμένα έγγραφα, μιας κληρονομιάς τριών δεκαετιών η οποία παρά τα κολοσσιαία πολιτικά λάθη που έγιναν και μας εγκλώβισαν σε ένα τρελοκομείο, είχε δημιουργήσει μια προπαρασκευή επίλυσης.

Φοβάμαι ότι οι μικροκομματικοί χειρισμοί της κυβέρνησης, η σταθερή προσπάθεια να διασπάσει ΝΔ και ΚΙΝΑΛ, αλλά και η εξάρτηση υλοποίησης της Συμφωνίας ουσιαστικά μόνο από τους γείτονες (όταν θα έρθει προς έγκριση στο Ελληνικό Κοινοβούλιο όλα θα είναι δρομολογημένα), η αποδοχή Μακεδονικού έθνους και Μακεδονικής γλώσσας (ξαφνικά για κάποιους δεν υπάρχει θέμα για αυτά), θα οδηγήσουν σε προβλήματα και σε χάσιμο της ευκαιρίας.

Κανείς δεν μπορεί να παίζει με τους δημοκρατικούς και κοινοβουλευτικούς κανόνες, ούτε να αγνοεί ότι οι άνεμοι στα Βαλκάνια αλλάζουν συχνά, όπως έχει δείξει η Ιστορία. Όποιος το κάνει και όποιοι το κάνουν βρίσκονται ενίοτε μπροστά σε απρόοπτα. Το πρόβλημα είναι ότι αφού αυτό επέλεξε μόνος του ο κ. Τσίπρας και σε αντιπαράθεση με την αντιπολίτευση, γιατί θα έπρεπε η αντιπολίτευση να τον χειροκροτήσει.

Του Ζαχαρία Ζούπη

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

Σχολιάστε ...