Η κυβέρνηση, μετά τις Ευρωεκλογές, δείχνει να έχει αφοσιωθεί στην παραγωγή έργου, παρακολουθώντας… διακριτικά τις εξελίξεις στα κόμματα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Με συνοπτικές διαδικασίες κλείνουν θέματα,ενώ ο Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται ότι δεν υπάρχει καιρός για χάσιμο, παρά το γεγονός ότι υπάρχουν τρία γεμάτα χρόνια έως τις εκλογές του 2027. Πρώτο μέλημα της κυβέρνησης είναι το κόστος ζωής, το οποίο σχετίζεται με τη λειτουργία της αγοράς και τις τιμές των προϊόντων, καθώς και η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. Ο πρωθυπουργός και η Νέα Δημοκρατία έχουν μπροστά τους τρία ολόκληρα χρόνια για να κάνουν τη… διαφορά. Γιατί αυτή η διαφορά μπορεί να ξαναδώσει τη νίκη στη Νέα Δημοκρατία, αν και αποτελεί πλέον σοβαρό ζητούμενο η αυτοδυναμία. Για να μπορέσει να ξανακυβερνήσει αυτοδύναμη η Νέα Δημοκρατία, θα απαιτηθούν… γενναία πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις στον εκλογικό νόμο. Η επαναφορά του μπόνους των 50 εδρών απευθείας και χωρίς κλιμάκωση, καθώς και την καθιέρωση υψηλότερου ποσοστού εισόδου στη Βουλή για ένα κόμμα (π.χ. 5% όπως είναι στη Γερμανία), μπορούν να αποτελέσουν δύο κινήσεις-“κλειδιά” για την αυτοδυναμία, αφού προηγηθούν εκλογές με το σημερινό εκλογικό σύστημα, χωρίς να προκύψει κυβέρνηση. Αλλιώς, αυτοδυναμία δεν πρόκειται να δει η Νέα Δημοκρατία.
Από την άλλη πλευρά, η στρατηγική Μητσοτάκη για τον επαναπατρισμό ψηφοφόρων, απαιτεί γρήγορες αποφάσεις, αποφυγή λαθών, αποτελεσματικότητα. Αυτό είναι το τρίπτυχο της πολιτικής και έτσι θα εξελιχθούν τα πράγματα έως το 2027, εκτός αν η κυβέρνηση και ο ίδιος ο πρωθυπουργός θέλουν να μας εκπλήξουν… δυσάρεστα! Τα τρία χρόνια είναι μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά ο κίνδυνος της… στραβής πάντα ελλοχεύει. Οι πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία, ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Μέση Ανατολή και η κλιματική αλλαγή, μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές ανατροπές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες είναι πάρα πολύ πιθανό να επιδράσουν καταλυτικά στα εθνικά συμφέροντα. Ο Μητσοτάκης δεν έχει το δικαίωμα στο λάθος, ενώ έχει μια χρυσή ευκαιρία να μεγαλώσει τη διαφορά από τους πολιτικούς αντιπάλους του, βλέποντας τα… χάλια τους. Ακριβώς, αυτά τα χάλια είναι πού θα κάνουν τη διαφορά υπέρ της κυβέρνησης, εφόσον, βελτιώσει τους δείκτες αποτελεσματικότητας και αποφύγει τις αστοχίες.
Στο ΠΑΣΟΚ γίνεται πασαρέλα υποψηφίων. Ανδρουλάκης, Δούκας, Γερουλάνος, Διαμαντοπούλου, Κατρίνης, Αποστολάκη, Γιαννακοπουλου και Κανελλάκης συνθέτουν το παζλ μιας παρωδίας, καθώς είναι σίγουρο ότι οι ηττημένοι δεν θα είναι και τόσο εύκολο να συμβιβαστούν με τον νικητή, όποιος και αν είναι αυτός. Από την άλλη, ο ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει σε νέα πορεία διάσπασης, με ορατό τον κίνδυνο να υποβιβαστεί σε τρίτο κόμμα, χάνοντας τον θεσμικό ρόλο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Στο ΠΑΣΟΚ, όποιος και να εκλεγεί αρχηγός, θα συγκεντρώσει χαμηλό ποσοστό στον α΄ γύρο, ενώ στον β΄ γύρο θα παίξουν ρόλο οι συμμαχίες, οι οποίες πάντα έχουν προαπαιτούμενο το “παζάρι” για θέσεις και αξιώματα. Ο Ανδρουλάκης θα κάνει τα αδύνατα δυνατά να κερδίσει και πάλι το κόμμα στις εκλογές του Οκτωβρίου, ενώ ο Δούκας, αν κερδίσει τον Ανδρουλάκη, δεν δείχνει να έχει την απαραίτητη δυναμική για να απειλήσει τη Νέα Δημοκρατία. Δηλαδή, είτε έτσι, είτε αλλιώς, μία από τα ίδια θα είναι στο τέλος. Αν εκλεγεί ο Ανδρουλάκης, ο Δούκας θα αφοσιωθεί στα καθήκοντα του ως Δήμαρχος Αθηναίων. Αν εκλεγεί ο Δήμαρχος Αθηναίων αρχηγός του κόμματος, τότε δεν ξέρουμε κατά πόσο ο εκπρόσωπος του στο κοινοβούλιο, θα μπορεί να δημιουργήσει έναν “αέρα νίκης” στην τελική ευθεία προς τις εκλογές του 2027. Το είδαμε με τον Ανδρουλάκη όταν ήταν αρχηγός, αλλά ταυτόχρονα και ευρωβουλευτής, το διαπιστώνουμε επίσης και με τον Κασσελάκη, ο οποίος δεν πρόκειται να μπει στη Βουλή πριν το 2027 και προσπαθεί να κάνει αισθητή την παρουσία του ως… influencer!
Το ρήγμα τόσο στο ΠΑΣΟΚ, όσο και στον ΣΥΡΙΖΑ δείχνει να βαθαίνει και αυτό θα δημιουργεί συνεχώς εντονότερη εσωστρέφεια στα δύο κόμματα. Επιπλέον, όσο δεν διατυπώνουν ρεαλιστικές θέσεις για κρίσιμα πολιτικά ζητήματα της χώρας με εθνικό και ευρωπαϊκό πρόσημο, τόσο θα καταγράφονται στη συνείδηση των ψηφοφόρων ως δύο πρώην κόμματα εξουσίας που έχουν μετατραπεί σε κόμματα διαμαρτυρίας, οχυρωμένο πίσω από ιδεοληψίες, για τις οποίες το εκλογικό σώμα ελάχιστα ενδιαφέρεται να ακούσει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πολίτες ψηφίζουν αυτόν που παρέχει ασφάλεια και σιγουριά για τη διακυβέρνηση της χώρας, ή, αν θέλουν να διαμαρτυρηθούν, μετατοπίζονται προς τους πιο γνήσιους εκφραστές της διαμαρτυρίας. Είτε προς τα δεξιά, είτε προς τα αριστερά.
Τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ παραμένουν καθηλωμένα γιατί δεν υπάρχουν σοβαρές προσωπικότητες, οι οποίες θα μπορέσουν να διαμορφώσουν αφήγημα εξουσίας. Οι υποσχέσεις και τα “λεφτόδεντρα” συνιστούν μια αδιέξοδη πολιτική. Η πολιτική των παροχών θα ήταν πλήρως υλοποιήσιμη από τον ίδιο τον Μητσοτάκη αν υπήρχαν οι σχετικές προϋποθέσεις στην οικονομία και δεν θα χρειαζόταν να ακούμε το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ να μοιράζουν ανέξοδα δισεκατομμύρια ευρώ από δω και από κει. Τα δύο κόμματα της μείζονος αντιπολίτευσης δεν μπορούν να πείσουν σχετικά με τη διαχείριση των θεμάτων της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής, της άμυνας και ασφάλειας, της υγείας, της παιδείας και της εγκληματικότητας. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο στον ορίζοντα, θα είχε καταγραφεί στις Ευρωεκλογές.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ βρίσκονται στην κατάσταση που βρίσκονται γιατί η κοινωνία τους δοκίμασε και είδε ότι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στοιχειωδώς στις απαιτήσεις της σύγχρονης πραγματικότητας. Καλύπτουν με ιδεολογικούς και τυχοδιωκτικούς ακροβατισμούς τα τεράστια κενά που έχουν σε κρίσιμα ζητήματα, όταν οι διεθνείς προκλήσεις είναι εδώ και είναι πολύ σοβαρές. Δεν αποτελούν ελπίδα για τη διακυβέρνηση της χώρας και αν δεν αλλάξουν, είναι καταδικασμένα να κινούνται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και φυσικά στο περιθώριο των εξελίξεων. Με πολιτική θέση “να φύγει ο Μητσοτάκης” δεν μπορούν να γίνουν ελκυστικά για το τμήμα του εκλογικού σώματος που θέλει κυβέρνηση και ζητά σταθερότητα και σιγουριά. Αν δεν αλλάξουν, θα βουλιάξουν! Τελικώς, αυτή μπορεί να είναι η επιθυμητή λύση, όχι μόνο για την κυβέρνηση, αλλά κυρίως για τη χώρα…
Του Λουκά Γεωργιάδη

