Πριν καλά-καλά ξεκινήσει ο πολυσυζητημένος διάλογος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, οι ανοιχτές δίοδοι επικοινωνίας που εγκαινίασαν και την περίοδο των «ήρεμων νερών» στο Αιγαίο, δηλαδή των μηδενικών παραβιάσεων, της συμφωνίας για ειδική visa που έφερε εκατοντάδες χιλιάδες Τούρκους τουρίστες στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και της συνεργασίας στο μεταναστευτικό και σε πολλά ζητήματα χαμηλής πολιτικής, αναδύθηκαν διάφορες θεωρίες συνωμοσίας στον δημόσιο διάλογο. Θεωρίες κυρίως από ακραίες φωνές, από κόμματα τα οποία βρίσκονται στα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας και από διάφορα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία περίπου κατηγορούν την κυβέρνηση για ενδοτισμό, για κρυφές συμφωνίες και παραχωρήσεις εις βάρος των εθνικών συμφερόντων. Όμως, ας πούμε επιτέλους τα πράγματα με το όνομά τους.
Πρώτον, διάλογος δεν σημαίνει ούτε υποχώρηση, ούτε αφέλεια, ούτε συμφωνία. Και σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται δείγμα αδυναμίας. Γιατί, πολύ απλά, η Ελλάδα σήμερα δεν είναι μια αδύναμη χώρα. Είναι μια χώρα που μπορεί να συνομιλεί με αυτοπεποίθηση, γνωρίζοντας ότι η ισχύς της πηγάζει από την ευρωπαϊκή της ταυτότητα, τις διεθνείς της συμμαχίες, αλλά και την προσήλωσή της στο Διεθνές Δίκαιο. Αναγνωρίζει μία και μοναδική διαφορά με την Τουρκία: την οριοθέτηση της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Η Ελλάδα δεν συζητά ποτέ ζητήματα κυριαρχίας. Αυτά είναι αδιαπραγμάτευτα και ξεκάθαρα.
Δεύτερον, υπάρχει οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης που δεν υπηρέτησε την εθνική γραμμή περί της μίας και μόνης διαφοράς που μπορεί να επιλυθεί με προσφυγή στη Χάγη; Υπάρχει ελληνική κυβέρνηση που να μην έχει επιχειρήσει ή να μην έχει κάνει διερευνητικές επαφές με την Τουρκία, από το 2002 μέχρι σήμερα;
Τρίτον, η ίδια η πραγματικότητα των γεγονότων καταρρίπτει τις θεωρίες συνωμοσίας. Γιατί η αλήθεια είναι ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη ήταν εκείνη που προστάτεψε τα σύνορα στον Έβρο, που επέκτεινε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια στο Ιόνιο και που οριοθέτησε ΑΟΖ με την Αίγυπτο και την Ιταλία, διασφαλίζοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας. Ήταν εκείνη που υπέγραψε αμυντικές συμφωνίες με τη Γαλλία και τις ΗΠΑ και που ενίσχυσε τις Ένοπλες Δυνάμεις μας με την αγορά των φρεγατών Belharra, των Rafale και την παραγγελία των F-35. Η κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι προασπίζει με συνέπεια τα εθνικά συμφέροντα. Αν όμως κάποιος βρίσκει κάτι «ενδοτικό» σε όλα αυτά, ας το τεκμηριώσει με στοιχεία.
Τέταρτον, αξίζει να δούμε ποιοι υποστηρίζουν αυτές τις θεωρίες. Άνθρωποι που είτε εξυμνούν είτε συνεργάζονται με πολιτικούς που υποστηρίζουν ανοιχτά τον Τούρκο πρόεδρο, ενώ ποτέ δεν έχουν πάρει θέση υπέρ της Ελλάδας όταν ο ίδιος εκφράζει προκλητικές θέσεις. Το αντίθετο μάλιστα.
Υπάρχει, λοιπόν, μια αντίφαση ανάμεσα στις κατηγορίες τους και στις ίδιες τους τις επιλογές. Μια αντίφαση που δεν χαρακτηρίζει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά εκείνους που χτίζουν την πολιτική τους ύπαρξη σε fake και επικίνδυνα αφηγήματα, που τελικά εξυπηρετούν τα ίδια συμφέροντα με εκείνα των φιλότουρκων και φιλορώσων συνεργατών τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Γιατί, τελικά, οι πράξεις είναι εκείνες που καθορίζουν την ιστορία, όχι οι θεωρίες συνωμοσίας. Και οι πράξεις της κυβέρνησης Μητσοτάκη από το 2019 μέχρι σήμερα μιλούν από μόνες τους.
Γράφει ο Νίκος Ρωμανός
Εκπρόσωπος Τύπου της ΝΔ

