Δεν φανερώνουν κάποια δραματική ανατροπή δεδομένων οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Περιέχουν όμως ενδιαφέροντα στοιχεία. Ένα από αυτά είναι ότι η κυβέρνηση έχει περιθώρια βελτίωσης των δημοσκοπικών της επιδόσεων, όσο δεν εγκλωβίζεται και δεν πελαγοδρομεί σε «άτσαλους» χειρισμούς.
Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι και το ΠΑΣΟΚ αρχίζει κάπως να έχει περιθώρια βελτίωσης, όσο δεν σύρεται
πίσω από τα λοιπά κόμματα καταγγελίας και διαμαρτυρίας. Αυτό είναι αισθητό, αφού η υποχώρηση της
υπόθεσης των Τεμπών από την πρώτη γραμμή της επικαιρότητας τού έδωσε πόντους και αφαίρεσε, αντίστοιχα, από την Πλεύση Ελευθερίας. Αυτό σημαίνει είτε ότι υπάρχει μία, έστω μικρή, δεξαμενή ψηφοφόρων
μεταξύ των δύο, είτε ότι το ΠΑΣΟΚ προσελκύει κάποιους διστακτικούς όταν συμπεριφέρεται ως… ΠΑΣΟΚ.
Το βασικότερο συμπέρασμα από την παρατήρηση των ποιοτικών στοιχείων των δημοσκοπήσεων είναι, όσον
αφορά τουλάχιστον τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ότι αυτά είναι σε αναμονή εν όψει και της επόμενης
κίνησης του Τσίπρα.
Οι θεωρητικές πάντως δυναμικές του ανύπαρκτου ακόμη κόμματος του Τσίπρα, αλλά και του Σαμαρά, δεν είναι
εντυπωσιακές και δεν δικαιολογούν καμία προσδοκία διαμόρφωσης εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης.
Δημιουργούν όμως «φυγόκεντρες» δυνάμεις κυρίως στους πέραν του ΠΑΣΟΚ πολιτικούς σχηματισμούς και
διογκώνουν το πρόβλημα «αυτοδυναμία». Βέβαια, η ΝΔ δείχνει σημαντικά περιθώρια αντοχής στη σφαίρα του
30%, το ΠΑΣΟΚ έχει μία ασθενή, έστω, αλλά υπαρκτή δυναμική προς το 13%-14% και οι υπόλοιποι μοιάζουν να
λειτουργούν σαν ταμιευτήρες οργής και απογοήτευσης, ενώ ταυτόχρονα παραμένει εντυπωσιακά υψηλό (και με αυξητικές τάσεις) το ποσοστό της «γκρίζας ζώνης» (φτάνει το 18%-20%).
Το πλήθος των αναποφάσιστων είναι το κρισιμότερο στοιχείο της περιόδου και πιθανώς θα παραμείνει
έως τις εκλογές. Ο συνδυασμός δημοσκοπικών ευρημάτων καταλήγει πάντως σε μια γενική διαπίστωση: Η
κυβέρνηση βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Η «βελόνα» στις μετρήσεις δεν κινείται, τα μέτρα που ανακοινώνονται και διαφημίζονται δεν προξενούν τον προσδοκώμενο ενθουσιασμό και τα διλήμματα δεν φαίνεται να επιδρούν όπως παλαιότερα. Εδώ και μήνες, και ειδικότερα έπειτα από τον φιλόδοξο ανασχηματισμό του περασμένου Μαρτίου, είναι φανερό ότι κάτι δεν πήγε καλά στην κυβέρνηση. Τα προβλήματα της ακρίβειας, η ανάδειξη των προβλημάτων του αγροτικού τομέα και η επιδείνωσή του λόγω της αποκάλυψης του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, ο εσφαλμένος χειρισμός του θέματος ΕΛΤΑ, το Στεγαστικό και η «έκρηξη» του Κυκλοφοριακού ενίσχυσαν τους ισχυρισμούς κάποιων ότι η κυβέρνηση σε πολλές περιπτώσεις πελαγοδρομεί και ασχολείται
πολύ λίγο με την «καθημερινότητα». Σημειώστε και την όποια φθορά μπορεί να έχει επέλθει συνεπεία της, «διά
ασήμαντον αφορμήν», δημόσιας συζήτησης περί διαδοχής.
Υπό αυτήν τη έννοια, η όποια «πνοή» δόθηκε από τον ανασχηματισμό του Μαρτίου φαίνεται ότι έχει εξαντληθεί.
Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση όμως προσδοκά ότι θα αλλάξει κάτι έως τις εκλογές και θα αποτρέψει το
διαφαινόμενο -τουλάχιστον βάσει των δημοσκοπήσεων- πολιτικό αδιέξοδο, που θα προκληθεί με την -κατά
το πιθανότερο- μη επίτευξη της αυτοδυναμίας. Τι μπορεί να αλλάξει και, κυρίως, πώς; Στην παρούσα συγκυρία
επιβάλλεται ένα γερό ταρακούνημα.
Πώς θα προκληθεί αυτό; Πρωταρχικά, είναι ευθύνη της κυβέρνησης, με πρωτοβουλίες, μεταρρυθμίσεις
(που έχουν κολλήσει…), σχεδιασμό αισιοδοξίας και επιτάχυνση του έργου που έχει υποσχεθεί. Υπάρχει ακόμη
παραγωγικός χρόνος μέχρι τις κάλπες του 2027, για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις αντιστροφής του
κλίματος. Προς το παρόν, το ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι πώς θα κυβερνηθεί η χώρα μετά τις επόμενες εκλογές. Με δεδομένο μάλιστα ότι κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, και ιδιαίτερα το συστημικό ΠΑΣΟΚ, δεν δείχνει διατεθειμένο να συνεργαστεί με το πρώτο κόμμα, που θα είναι κατά πάσα βεβαιότητα η ΝΔ, για πολιτική σταθερότητα με τον σχηματισμό κυβέρνησης και την αποφυγή του… χάους. Να σημειωθεί ότι και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Τασούλας, με αφορμή σχετικό δημοσίευμα, επισημαίνει, μέσω συνεργατών του, ότι «ο ρόλος του Προέδρου περιλαμβάνει το ενδιαφέρον για την πολιτική σταθερότητα και δεν θα ήταν αρκετά υπεύθυνο να διστάσει να επισημάνει τον κίνδυνο της αστάθειας».

