Επιθέσεις του Ιράν σε αμερικανικές βάσεις, νέοι ισραηλινοί βομβαρδισμοί σε Ιράν και Λίβανο – Σκληρές προειδοποιήσεις της Τεχεράνης προς διαδηλωτές
Νέα κλιμάκωση καταγράφεται στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι κατέστρεψαν 16 ιρανικά σκάφη ικανά για μεταφορά και πόντιση ναρκών κοντά στο Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα περάσματα για τη θαλάσσια μεταφορά πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (CENTCOM) στο Χ, τα σκάφη καταστράφηκαν στις 10 Μαρτίου. Η επιχείρηση έγινε μετά τις απειλές του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι η Τεχεράνη θα αντιμετωπίσει «στρατιωτικές συνέπειες» εάν επιχειρήσει να ναρκοθετήσει το στρατηγικής σημασίας πέρασμα.
Την ίδια στιγμή, οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ότι εξαπέλυσαν πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν και στην αυτόνομη περιφέρεια του Κουρδιστάν στο Ιράκ. Σύμφωνα με ιρανικά μέσα ενημέρωσης, στόχος ήταν η βάση του 5ου Στόλου του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού στο Μπαχρέιν, καθώς και τρεις εγκαταστάσεις των ΗΠΑ στο ιρακινό Κουρδιστάν.
Παράλληλα, το Ισραήλ συνέχισε τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς τόσο στο Ιράν όσο και στον Λίβανο. Οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις ανακοίνωσαν νέο κύμα αεροπορικών πληγμάτων στην Τεχεράνη, ενώ επιδρομές σημειώθηκαν και στη νότια συνοικία της Βηρυτού, προπύργιο της Χεζμπολάχ. Το λιβανικό πρακτορείο ειδήσεων ANI ανέφερε ότι ισχυρή επιδρομή έπληξε την περιοχή, με στήλες καπνού να υψώνονται από τα σημεία των βομβαρδισμών.
Στο εσωτερικό του Ιράν, η ένταση αυξάνεται και σε πολιτικό επίπεδο. Ο αρχηγός της αστυνομίας, Αχμάντ-Ρεζά Ραντάν, προειδοποίησε ότι οποιοσδήποτε διαδηλώνει και αμφισβητεί την Ισλαμική Δημοκρατία θα αντιμετωπίζεται πλέον ως «εχθρός».
Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να στέλνει αντιφατικά μηνύματα για τη διάρκεια και τους στόχους του πολέμου. Δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ δείχνουν ότι η υποστήριξη των πολιτών προς τη σύγκρουση βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, ενώ αναλυτές εκτιμούν ότι το οικονομικό κόστος και οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου ενδέχεται να επηρεάσουν τις επόμενες αποφάσεις της Ουάσιγκτον.

