Στο σύγχρονο πολιτικό σκηνικό, γινόμαστε συχνά μάρτυρες ενός επαναλαμβανόμενου “θεάτρου του παραλόγου”. Βουλευτές και κομματικά στελέχη, όταν έρχονται αντιμέτωποι με καίριες ερωτήσεις δημοσιογράφων, αντί για καθαρές απαντήσεις, επιλέγουν τον δρόμο της έντεχνης υπεκφυγής.
- Άρθρο του Θανάση Παπαμιχαήλ, Επικοινωνιολόγος-Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης (Σ.Ο.Π.Α.)
Με τη χρήση της λεγόμενης “ξύλινης γλώσσας” και τη διαρκή μετάθεση της συζήτησης σε ανώδυνα θέματα, επιχειρούν να αποφύγουν το πολιτικό κόστος, καταλήγοντας όμως στο αντίθετο αποτέλεσμα.
Αυτή η τακτική των πλάγιων απαντήσεων δεν αποτελεί πλέον δείγμα διπλωματικής ευφυΐας, αλλά ευθεία προσβολή στη νοημοσύνη των τηλεθεατών και των ακροατών.
Ο πολίτης του 2026, ενημερωμένος και υποψιασμένος, αντιλαμβάνεται αμέσως πότε ένας πολιτικός προσπαθεί να “θολώσει τα νερά”.
Η άρνηση ανάληψης ευθύνης και η απουσία ειλικρίνειας δημιουργούν ένα χάσμα εμπιστοσύνης που δύσκολα γεφυρώνεται.
Το παράδοξο είναι ότι τα ίδια τα στελέχη δείχνουν να μην αντιλαμβάνονται τη ζημιά που προκαλούν στην προσωπική και κομματική τους εικόνα.
Πιστεύοντας ότι βγήκαν “καθαροί” από μια δύσκολη συνέντευξη, στην πραγματικότητα ταυτίζονται στη συνείδηση του κόσμου με την αλαζονεία και την αναξιοπιστία.
Η επικοινωνία δεν είναι ένας αγώνας δρόμου για το ποιος θα μιλήσει περισσότερο χωρίς να πει τίποτα, αλλά μια ευκαιρία για ουσιαστική σύνδεση με την κοινωνία.
Όσο η πολιτική ελίτ επιμένει να υποτιμά το κριτήριο του κοινού, τόσο η απαξίωση προς τους θεσμούς θα βαθαίνει, αφήνοντας τους “έντεχνους ελιγμούς” να φαντάζουν ως απέλπιδες προσπάθειες συγκάλυψης της πραγματικότητας.
Ένας πολιτικός που επιλέγει να μη δίνει εξηγήσεις σε καίριες ερωτήσεις δημοσιογράφων, για να φυλάξει τα “νώτα” του, παύει σταδιακά να δίνει και λόγους στους πολίτες να τον εμπιστευτούν.
Όταν ο πολιτικός κλείνει το μικρόφωνο, ο πολίτης αλλάζει σταθμό!
Η υπεκφυγή μπορεί να γλιτώνει από μια ευθεία απάντηση αλλά μπορεί να κοστίσει και μια θητεία.

