Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επιχειρήσει να πείσει ότι η «δύσκολη φάση» του πολέμου με το Ιράν έχει περάσει και ακόμα έχει αφήσει να εννοηθεί ότι οι ΗΠΑ πλησιάζουν στην αποχώρησή τους. Σε πρόσφατη ομιλία του υποστήριξε ότι οι στρατιωτικοί στόχοι έχουν επιτευχθεί και ότι η σύγκρουση μπορεί να τελειώσει σύντομα, ενώ επιμένει ότι η αποχώρηση μπορεί να γίνει χωρίς να ανοίξει απαραιτήτως ξανά το ζωτικό Στενό του Ορμούζ, διαδρομή από την οποία διέρχεται σημαντικό μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου.
Παρά τις δηλώσεις Τραμπ, όμως, σημαντικές διεθνείς αναλύσεις —κυρίως από το CNN— και δημοσιογραφικές εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι συγκρούσεις μπορεί να συνεχιστούν για καιρό. Ένα βασικό σημείο είναι ότι η Τεχεράνη αρνείται να δεχθεί «προκαθορισμένες» ημερομηνίες τερματισμού των μαχών, υποστηρίζοντας ότι οι ίδιες οι ιρανικές αρχές θα αποφασίσουν πότε θα λήξει η σύγκρουση. Ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Αμπάς Αραγτσί, δήλωσε ότι η χώρα είναι έτοιμη να συνεχίσει τον αγώνα για «τουλάχιστον έξι μήνες», αφήνοντας σαφές ότι δεν πρόκειται να παραιτηθεί εύκολα από τις διεκδικήσεις της.
Ένα σημαντικό στοιχείο που καθιστά πιο μακρινή την κατάπαυση πυρός είναι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Παρά τις αμερικανικές επιθέσεις σε σημαντικές εγκαταστάσεις, περισσότερα από 400 κιλά υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου παραμένουν ανέπαφα, ικανά να υποστηρίξουν την κατασκευή ενός πυρηνικού όπλου. Αν και ο Τραμπ έχει ισχυριστεί ότι έχει επιτευχθεί ο στόχος της αποτροπής πυρηνικών από το Ιράν, διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι η ιρανική πλευρά θα μπορούσε πλέον να επιδιώξει την ανάπτυξη πυρηνικού οπλοστασίου, ειδικά μετά την εξόντωση του προηγούμενου υπερασπιστή της απαγόρευσης τέτοιων προγραμμάτων.
Η κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ, έναν από τους πιο κρίσιμους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη, εξακολουθεί να αποτελεί σημείο έντασης που δεν έχει επιλυθεί με συμφωνία. Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες αποχωρήσουν χωρίς ρητή συμφωνία για το άνοιγμα των Στενών, αυτό θα μπορούσε να εδραιώσει την κυριαρχία του Ιράν στη διέλευση δεκάδων εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου ημερησίως, ενισχύοντας την οικονομική και γεωστρατηγική του θέση. Σύμφωνα με δημοσιογραφική εκτίμηση, αυτό θα συνέβαλε σε «παγκόσμιο οικονομικό χάος» και ενδεχομένως να δημιουργήσει νέο επιχειρηματικό μοντέλο για την Τεχεράνη, με χρεώσεις διέλευσης που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 2 εκατομμύρια δολάρια ανά πλοίο —ένα παγκόσμιο precedent χωρίς νομική βάση.
Η ασφάλεια των κρατών του Κόλπου αποτελεί άλλη μία βασική παράμετρο. Μια βιαστική έξοδος των ΗΠΑ αφήνει τις χώρες αυτές ευάλωτες σε επαναλαμβανόμενες επιθέσεις από το Ιράν ή τις παραστρατιωτικές του ομάδες, και ουσιαστικά θα έδινε στην Τεχεράνη τη δυνατότητα να επιβάλλει όρους για την εξαγωγή πετρελαίου και την οικονομική ζωή της περιοχής. Οι χώρες του Κόλπου είχαν βασιστεί εδώ και χρόνια στην αμερικανική στρατιωτική παρουσία για την ασφάλειά τους, και ένα «γρήγορο τέλος» χωρίς συμφωνία θα μπορούσε να θεωρηθεί προδοσία αυτών των δεσμεύσεων.
Επιπλέον, και από πολιτική άποψη, η υποστήριξη του πολέμου στις ΗΠΑ παρουσιάζει ρωγμές. Δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι πολίτες είναι ολοένα πιο σκεπτικοί για την στρατηγική της κυβέρνησης και επιθυμούν το τέλος της εμπλοκής, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι οι στόχοι της διοίκησης Τραμπ δεν θα επιτευχθούν πλήρως. Περίπου δύο στους τρεις Αμερικανούς θεωρούν ότι οι ΗΠΑ πρέπει να τερματίσουν τη σύγκρουση το συντομότερο δυνατό, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ελάττωση των στρατηγικών στόχων.
Διεθνώς, η έλλειψη συντονισμού έχει επίσης καταγραφεί. Κράτη του ΝΑΤΟ έχουν εκφράσει κριτική για την ανακοίνωση της σύγκρουσης χωρίς προγενέστερη ενημέρωση ή συνεννόηση με τους συμμάχους, θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί ένδειξη «έλλειψης σεβασμού» και δυσκολεύει το σχηματισμό ενιαίας διεθνούς πολιτικής για την κρίση.
Επιπρόσθετα, αναλυτές στο Reuters έχουν επισημάνει ότι μια αποχώρηση των ΗΠΑ χωρίς συμφωνία μπορεί στην πραγματικότητα να ενδυναμώσει το καθεστώς στην Τεχεράνη, τόσο πολιτικά όσο και στρατιωτικά, και να αφήσει εκτεθειμένους τους συμμάχους των ΗΠΑ, ειδικά στην περιοχή του Κόλπου.
Συνολικά, παρά τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου για ένα σύντομο τέλος των εχθροπραξιών, μια σειρά από γεωπολιτικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς και πολιτικούς παράγοντες δείχνουν ότι η σύγκρουση με το Ιράν δύσκολα θα λήξει σύντομα. Η διεθνής αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, ενώ η ανάγκη για μια ευρύτερη διπλωματική λύση θεωρείται καθοριστική για την επίτευξη μιας πραγματικής και βιώσιμης ειρήνης στην περιοχή.

