Η προχθεσινή πρόταση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για να καθιερωθεί ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτικής και υπουργικής ιδιότητας επαναφέρει στο προσκήνιο μια παλαιά συζήτηση για τη λειτουργία του πολιτικού μας συστήματος. Μια συζήτηση που, ειδικά μετά τις εξελίξεις στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, αποκτά ιδιαίτερη ένταση και πολιτική φόρτιση.
- του Στρατή Κοκκινέλλη – Φιλόλογος και δημοσιογράφος
Σε πρώτη ανάγνωση, η πρόταση φαντάζει ως μια τομή που στοχεύει στον διαχωρισμό εξουσιών και στην ενίσχυση της θεσμικής λειτουργίας. Η ιδέα ότι ο υπουργός δεν θα είναι ταυτόχρονα και βουλευτής, άρα δεν θα φέρει το «βάρος» της επανεκλογής και της άμεσης εκλογικής πελατείας, παρουσιάζεται ως βήμα προς έναν πιο «καθαρό» και τεχνοκρατικό τρόπο διακυβέρνησης. Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Καταρχάς, πρόκειται για μια αλλαγή που δεν μπορεί να εφαρμοστεί άμεσα. Το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει τη συμβατότητα των δύο ιδιοτήτων, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται αναθεώρηση μέσω της διαδικασίας του άρθρου 110. Δηλαδή δύο διαδοχικές Βουλές, αυξημένες πλειοψηφίες και -κυρίως- πολιτική συναίνεση. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Σε ένα κατακερματισμένο πολιτικό τοπίο, όπου η αντιπολίτευση κινείται με όρους αντιπαράθεσης και όχι σύγκλισης, είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν μπορεί να συγκεντρωθεί η απαραίτητη πλειοψηφία, ακόμη και για το πρώτο βήμα. Η πρόταση επομένως μετατίθεται χρονικά -και πολιτικά- για μετά το 2027, χωρίς καμία εγγύηση ότι θα φτάσει ποτέ στην εφαρμογή.
Αλλά ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι ξεπερνιούνται τα θεσμικά εμπόδια, το ερώτημα παραμένει: Λύνει πράγματι το πρόβλημα;
Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν πάσχει επειδή οι υπουργοί είναι ταυτόχρονα βουλευτές. Πάσχει από βαθύτερες παθογένειες: πελατειακές σχέσεις, αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς, υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο εκτελεστικό κομμάτι. Το ασυμβίβαστο δεν αντιμετωπίζει καμία από αυτές τις ρίζες. Αντιθέτως, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να δημιουργήσει νέα προβλήματα.
Πρώτον, ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω «υδροκεφαλοποίηση» του κράτους. Περισσότερα πρόσωπα θα εμπλέκονται στη διακυβέρνηση -άλλοι στη Βουλή, άλλοι στην εκτελεστική εξουσία- με αποτέλεσμα αύξηση του πολιτικού προσωπικού χωρίς αντίστοιχη αύξηση της αποτελεσματικότητας.
Δεύτερον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εξαλειφθεί η πολιτική επιρροή. Οι υπουργοί που προέρχονται από την πολιτική θα συνεχίσουν να διατηρούν πολιτικά γραφεία, δίκτυα και επιρροή στις εκλογικές τους περιφέρειες. Το «ασυμβίβαστο» κινδυνεύει να είναι περισσότερο τυπικό παρά ουσιαστικό.
Τρίτον, δημιουργείται ορατός κίνδυνος υποκατάστασης της δημοκρατικής εκπροσώπησης. Οι επιλαχόντες που θα καταλαμβάνουν τις έδρες ενδέχεται να λειτουργούν ως «αντικαταστάτες» χωρίς πραγματική πολιτική αυτονομία. Με άλλα λόγια, ανοίγει ο δρόμος για βουλευτές-σκιές και για μια έμμεση συγκέντρωση ισχύος σε λίγα, ισχυρά πολιτικά πρόσωπα.
Και κάπως έτσι, αντί για ενίσχυση των θεσμών, μπορεί να οδηγηθούμε σε αποδυνάμωσή τους.
Η ουσία είναι ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις δεν κρίνονται από την επικοινωνιακή τους απήχηση, αλλά από τη δυνατότητά τους να αλλάξουν πραγματικά τη λειτουργία του κράτους. Και εδώ η συγκεκριμένη πρόταση δείχνει να στοχεύει περισσότερο στην εικόνα παρά στην ουσία.
Μια τελευταία παρατήρηση: Δύσκολα θα δούμε αυτή την πρόταση να υλοποιείται στο άμεσο μέλλον. Οι απαιτούμενες κοινοβουλευτικές ισορροπίες δεν φαίνεται να υπάρχουν, ενώ και στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος -όλων των κομμάτων- ο σταυρός προτίμησης παραμένει ένα ισχυρό εργαλείο πολιτικής επιβίωσης.
Ίσως λοιπόν, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης «διαβούλευσης», η πρόταση αυτή αναδιπλωθεί ή μετασχηματιστεί.
Μέχρι τότε, ας κρατήσουμε μικρό καλάθι. Γιατί οι πραγματικές τομές δεν ανακοινώνονται απλώς, αλλά δοκιμάζονται στην αντοχή…

