Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών αποφάσισε να επιδικάσει το ποσό των 400.000 ευρώ σε τέσσερις συγγενείς θυμάτων της τραγωδίας που συνέβη στα Τέμπη.
Αυτή είναι η πρώτη απόφαση που επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για την αποκαρδιωτική αυτή υπόθεση, με κύριο αίτιο την ανεπάρκεια της υποδομής του σιδηροδρομικού δικτύου.
Η αγωγή, που αποτελεί την πρώτη νομική ενέργεια σχετικά με την τραγωδία των Τεμπών, κατατέθηκε τον Απρίλιο του 2024. Συγκεκριμένα, τέσσερις συγγενείς ενός πατέρα και του ανήλικου γιου του, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στην τραγωδία, έκαναν προσφυγή κατά του ελληνικού δημοσίου και του ΟΣΕ.
Μετά από τρεις αναβολές, η υπόθεση εκδικάστηκε, και στις 27 Μαρτίου εκδόθηκε η απόφαση, σύμφωνα με την οποία το ποσό των 400.000 ευρώ θα καταβληθεί στα τέσσερα μέλη της οικογένειας, με την αποζημίωση να ανέρχεται σε 100.000 ευρώ ανά άτομο.
Το δελτίο τύπου του συνηγόρου της οικογένειας του θύματος:
Δικαστική αναγνώριση της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την τραγωδία των Τεμπών από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών
Στις 27-3-2026, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προέβη σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη δικαστική κρίση αναφορικά με την τραγωδία των Τεμπών, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για τις συνθήκες που οδήγησαν στο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.
Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη δικαστική κρίση, η οποία επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το τραγικό αυτό συμβάν, επιβεβαιώνοντας αυτό που όλοι μας είχαμε αντιληφθεί απ’ τη πρώτη στιγμή: ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν συνιστά ένα μεμονωμένο ή ένα απλώς τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα εγκληματικών παραλείψεων και συστημικής αποτυχίας στη λειτουργία και εποπτεία του σιδηροδρομικού δικτύου.
Στο πολυσέλιδο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επισημαίνεται ρητώς, μεταξύ άλλων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, δια του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, μολονότι γνώριζε ήδη επί μακρόν την επικίνδυνη και απολύτως ανεπαρκή κατάσταση που επικρατούσε στο σιδηρόδρομο, άσκησε πλημμελώς και αναποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε, συμβάλλοντας αιτιωδώς, δια της παράνομης αυτής παράλειψής του, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσε να αποτραπεί.
Η δικαστική αυτή εξέλιξη καθιστά σαφές ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν εξαντλείται σε επιμέρους φυσικά πρόσωπα, αλλά εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την περαιτέρω δικαστική διερεύνηση πραγματικών ευθυνών και απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης στα θύματα και στις οικογένειες τους.

