Ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία λόγω πολέμου στη Μέση Ανατολή – Προειδοποιήσεις για πληθωρισμό και ανάπτυξη
Ο πρόεδρος της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν και ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ συμπροεδρεύουν σήμερα σε ψηφιακή σύνοδο αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, με αντικείμενο την ενδεχόμενη συγκρότηση μιας «πολυμερούς και απολύτως αμυντικού χαρακτήρα αποστολής» στα Στενά του Ορμούζ, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας σε ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα παγκοσμίως, καθώς από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται υπό φυσιολογικές συνθήκες περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Την ίδια ώρα, ο Γάλλος υπουργός Οικονομίας Ρολάν Λεσκίρ τόνισε από την Ουάσιγκτον ότι το στενό πρέπει να παραμείνει ανοιχτό, «αλλά όχι με οποιοδήποτε τίμημα», απορρίπτοντας την προοπτική επιβολής διοδίων, την οποία αποδίδει σε de facto πρακτικές της Τεχεράνης. Όπως δήλωσε, «δεν θέλω να πληρώνω ούτε ένα δολάριο για να περνάω από το στενό», υπογραμμίζοντας ότι η κατάσταση συνιστά «σοβαρή πρόκληση» για τη διεθνή οικονομία.
Ο ίδιος συμμετείχε σε συνεδριάσεις της G7 στο περιθώριο της εαρινής συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, όπου εξετάστηκαν οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και στον πληθωρισμό. Οι χώρες της G7 προειδοποιούν ότι η παράταση της κρίσης ενδέχεται να αυξήσει το ενεργειακό κόστος και να επιβαρύνει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη.
Παράλληλα, το Παρίσι αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συντονισμένης απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, εφόσον οι συνθήκες στις αγορές το απαιτήσουν, στο πλαίσιο αντίστοιχων κινήσεων του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας.
Στο διπλωματικό πεδίο, συνεχίζονται οι διεργασίες για έναν νέο γύρο συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν, υπό την αιγίδα του Πακιστάν, με στόχο τον τερματισμό της σύγκρουσης. Παράλληλα, σε ισχύ βρίσκεται δεκαήμερη κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, που εκτιμάται ότι μπορεί να συμβάλει σε αποκλιμάκωση της έντασης.
Από την πλευρά της G7, το μήνυμα παραμένει η ανάγκη περιορισμού του κόστους για την παγκόσμια οικονομία και η αναζήτηση «διαρκούς ειρήνης» στην περιοχή, ενώ οι κεντρικές τράπεζες δηλώνουν έτοιμες να παρέμβουν με προσοχή και βάση τα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα, εφόσον οι αναταράξεις στις αγορές ενταθούν.

