Με μια σημαντική παρέμβαση, το Υπουργείο Ανάπτυξης προχωρά σε ριζικές αλλαγές, όπως ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης κατά την πρώτη ανασκόπηση του Μαΐου.
Η Ελλάδα εναρμονίζεται πλέον με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, τερματίζοντας οριστικά το καθεστώς που υποχρέωνε τους δανειολήπτες να επιστρέφουν ποσά έως και τρεις φορές μεγαλύτερα από το αρχικό δάνειο.
Το προτεινόμενο νομοσχέδιο, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση μέσα στον τρέχοντα μήνα, αφορά καταναλωτικά δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις που δεν ξεπερνούν τις 100.000 ευρώ. Η πιο σημαντική διάταξη αυτού του νομοθετήματος είναι ότι η συνολική οφειλή, ανεξαρτήτως των παραγόντων που την επηρεάζουν, θα περιορίζεται στο 30% έως 50% του αρχικού κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι για ένα δάνειο 100.000 ευρώ, οι συνολικές απαιτήσεις δεν θα μπορούν να ξεπερνούν τα 130.000 έως 150.000 ευρώ, καταργώντας τις «παγίδες» και τις αμφίβολες πρακτικές. Επιπλέον, ενσωματώνεται η δυνατότητα ακύρωσης ενός δανείου εντός 14 ημερών από την υπογραφή του, δεδομένου ότι τα έξοδα για αυτά τα δάνεια είναι ελάχιστα εξαιτίας της έλλειψης εγγυήσεων.
Μια ιδιαίτερα κρίσιμη πτυχή αυτής της παρέμβασης αφορά τις πιστωτικές κάρτες. Τα υψηλά επιτόκια -που φθάνουν το 18% για αγορές και το 20% για αναλήψεις μετρητών- οδηγούν σε υπερδιπλασιασμό του χρέους. Σε μια περίοδο όπου οι πιστωτικές κάρτες χρησιμοποιούνται ως μέσο στήριξης εν μέσω ακρίβειας, οι τόκοι αυτοί δυσχεραίνουν την κατάσταση, εμποδίζοντας ακόμη και τους πιο συνεπείς δανειολήπτες να μειώσουν τις οφειλές τους. Σύμφωνα με στοιχεία του Φεβρουαρίου, τα υπόλοιπα των πιστωτικών καρτών ανέρχονταν σε 2,26 δισ. ευρώ, ενώ το σύνολο των καταναλωτικών δανείων έφθανε τα 8,53 δισ. ευρώ, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη για το νέο πλαίσιο προστασίας και την αποφυγή νέων defaults.

