Ογδόντα δύο χρόνια μετά τη ναζιστική θηριωδία στο Δίστομο, η διεκδίκηση δικαιοσύνης και αποζημιώσεων για τα θύματα παραμένει ανοιχτή. Σε εκτενές αφιέρωμά της, η γερμανική εφημερίδα Tagesspiegel επιστρέφει σε μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα, εστιάζοντας στον πολυετή αγώνα των συγγενών των θυμάτων και στη συνεχιζόμενη άρνηση της Γερμανίας να αποδεχθεί νομικές αξιώσεις επανορθώσεων.
Στο επίκεντρο του ρεπορτάζ βρίσκεται ο δικηγόρος Μιλτιάδης Σφουντούρης, ένας άνθρωπος που έχει συνδέσει τη ζωή του με τη διατήρηση της μνήμης και τη διεκδίκηση δικαίωσης για το Δίστομο. Η μητέρα του ήταν μόλις 12 ετών όταν επέζησε από τη σφαγή της 10ης Ιουνίου 1944, χάνοντας σχεδόν ολόκληρη την οικογένειά της.
Η σφαγή που σημάδεψε την Ελλάδα
Η Tagesspiegel χαρακτηρίζει το Δίστομο ως ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα πολέμου που διέπραξαν τα γερμανικά στρατεύματα στην κατεχόμενη Ελλάδα. Το χωριό μετατράπηκε σε τόπο μαζικής εκτέλεσης αμάχων, με γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά να δολοφονούνται με πρωτοφανή αγριότητα.
Το δημοσίευμα παραθέτει συγκλονιστικές μαρτυρίες από την εποχή, καθώς και αποσπάσματα από το έργο του Σουηδού διπλωμάτη Στούρε Λίνερ, ο οποίος επισκέφθηκε το χωριό αμέσως μετά τη σφαγή ως μέλος του Ερυθρού Σταυρού. Οι περιγραφές του αποτυπώνουν το μέγεθος της καταστροφής και τη φρίκη που αντίκρισε στο χωριό.
«Η μητέρα μου έζησε μια ζωή με εφιάλτες»
Στη συνέντευξή του, ο Μιλτιάδης Σφουντούρης περιγράφει πώς η μητέρα του σώθηκε πηδώντας από το παράθυρο του σπιτιού της τη στιγμή που οι Γερμανοί στρατιώτες εισέβαλαν στο χωριό. Η εμπειρία εκείνης της ημέρας τη σημάδεψε για πάντα.
Όπως αναφέρει, οι αναμνήσεις του Διστόμου παρέμειναν ζωντανές μέσα στην οικογένεια για δεκαετίες, ενώ η μητέρα του δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει πλήρως το τραύμα που κουβαλούσε από παιδί.
Γιατί η Γερμανία αρνείται τις αποζημιώσεις
Ένα από τα βασικά ερωτήματα που θέτει το γερμανικό δημοσίευμα είναι γιατί, παρά τη διεθνή αναγνώριση του εγκλήματος, η Γερμανία εξακολουθεί να απορρίπτει τις απαιτήσεις για αποζημιώσεις.
Σύμφωνα με τον Σφουντούρη, το ζήτημα δεν είναι οικονομικό αλλά πολιτικό και νομικό. Όπως υποστηρίζει, το Βερολίνο φοβάται ότι οποιαδήποτε αποδοχή ευθύνης σε επίπεδο αποζημιώσεων θα δημιουργούσε δεδικασμένο, ανοίγοντας τον δρόμο για χιλιάδες αντίστοιχες αξιώσεις από θύματα ναζιστικών εγκλημάτων σε όλη την Ευρώπη.
Η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να διαχωρίζει την «ηθική ευθύνη» από τη «νομική υποχρέωση», αναγνωρίζοντας το ιστορικό βάρος των εγκλημάτων αλλά επιμένοντας ότι το ζήτημα των επανορθώσεων έχει κλείσει οριστικά.
Η νέα στρατηγική των κατοίκων του Διστόμου
Μπροστά στο αδιέξοδο, οι συγγενείς των θυμάτων αναζητούν νέους δρόμους για να συνεχίσουν τη διεκδίκηση. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, επιχειρούν να στραφούν κατά περιουσιακών στοιχείων γερμανικών κρατικών φορέων στο εξωτερικό, θεωρώντας ότι αυτή η οδός μπορεί να δημιουργήσει νέα δεδομένα στη δικαστική μάχη.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και η έκβασή της αβέβαιη, ωστόσο όσοι συνεχίζουν τον αγώνα υποστηρίζουν ότι η υπόθεση δεν αφορά μόνο τις αποζημιώσεις, αλλά κυρίως τη δικαίωση της ιστορικής μνήμης.
Ένας αγώνας που ξεπερνά το οικονομικό σκέλος
Το κεντρικό μήνυμα του αφιερώματος συνοψίζεται στη φράση που δίνει και τον τόνο της συζήτησης: οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν απλώς οικονομική διεκδίκηση. Για τους επιζώντες και τους απογόνους των θυμάτων, πρόκειται για ζήτημα ιστορικής ευθύνης, ηθικής αναγνώρισης και δικαιοσύνης απέναντι σε ένα έγκλημα που παραμένει χαραγμένο στη συλλογική μνήμη της Ελλάδας.
Ο Μιλτιάδης Σφουντούρης δηλώνει αποφασισμένος να συνεχίσει τον αγώνα μέχρι τέλους, ακόμη κι αν η τελική δικαίωση αργήσει. Για εκείνον, αλλά και για πολλές οικογένειες του Διστόμου, η παραίτηση δεν είναι επιλογή.

