Κάθε χρόνο, όπως και πριν από λίγες μέρες, η χώρα στήνει το ίδιο γνώριμο τελετουργικό. Ανακοινώνονται οι βαθμολογίες των Πανελλαδικών και μαζί τους ανακοινώνεται, περίπου, η οικογενειακή θερμοκρασία κάθε σπιτιού. Άλλοι πανηγυρίζουν, άλλοι παγώνουν, άλλοι μετρούν μόρια, άλλοι μετρούν σιωπές. Τα παιδιά κοιτούν έναν αριθμό στην οθόνη και γύρω τους οι μεγάλοι προσπαθούν να φερθούν ψύχραιμα, με εκείνη την υπέροχη ελληνική ψυχραιμία που κρατάει περίπου επτά δευτερόλεπτα πριν αρχίσουν τα «και τώρα τι κάνουμε;».
- του Γιώργου Ν. Καραμανλή
Οι Πανελλαδικές, πέρα από εξετάσεις, είναι εθνικό μυστήριο. Κάτι ανάμεσα σε θρησκευτική δοκιμασία, οικογενειακό δημοψήφισμα και κοινωνική ακτινογραφία. Ένας δεκαοχτάχρονος καλείται να αποδείξει, μέσα σε λίγες ώρες και με συγκεκριμένο στυλό, ότι έχει σχέδιο ζωής. Την ίδια στιγμή, πολλοί πενηντάρηδες δεν έχουν καταφέρει ακόμη να καταλάβουν τι ακριβώς έγινε με το δικό τους σχέδιο ζωής, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Το παιδί πρέπει να ξέρει.
Το πιο παράδοξο είναι ότι η χώρα φορτώνει στις Πανελλαδικές μια σοβαρότητα που δεν δείχνει μετά στις επιλογές των νέων. Τους λέει «διάβασε για να περάσεις», αλλά δεν τους εξηγεί επαρκώς πού περνούν, γιατί περνούν, τι σημαίνει αυτό που θα σπουδάσουν και αν θα μπορούν αύριο να ζήσουν από αυτό. Τους ζητά να επιλέξουν σχολή με ωριμότητα ενηλίκου, ενώ το ίδιο το σύστημα τους έχει μάθει κυρίως να αποστηθίζουν, να αντέχουν και να μην καταρρέουν μπροστά στο γραπτό.
Και βέβαια υπάρχει πάντα το οικογενειακό δράμα. Ο βαθμός δεν ανήκει ποτέ μόνο στον μαθητή. Ανήκει στη μητέρα που ξενύχτησε από άγχος, στον πατέρα που πλήρωσε φροντιστήρια, στη γιαγιά που άναψε κερί, στον θείο που ξέρει «ποια σχολή έχει μέλλον», στον γείτονα που ρωτάει τάχα αδιάφορα «πώς τα πήγε το παιδί;». Ένα ολόκληρο κοινωνικό χωριό σκύβει πάνω από μια βαθμολογία, λες και πρόκειται για ιατρική γνωμάτευση.
Αλλά ένας βαθμός δεν είναι διάγνωση. Δεν μετράει χαρακτήρα, φαντασία, ευαισθησία, εργατικότητα, χιούμορ, αντοχή, καλοσύνη, ταλέντο, ούτε την ικανότητα ενός ανθρώπου να ξανασηκωθεί. Μετράει την επίδοση σε μια συγκεκριμένη διαδικασία, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, υπό συγκεκριμένη πίεση. Σημαντική, ναι. Καθοριστική, ίσως. Απόλυτη, όχι.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχουν εξετάσεις. Κάπως πρέπει να οργανωθεί η πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Το πρόβλημα είναι ότι γύρω από τις εξετάσεις έχουμε χτίσει έναν μύθο σωτηρίας. Σαν να αρκεί μια σχολή για να λύσει όσα δεν λύνει η οικονομία, η αγορά εργασίας, η έλλειψη επαγγελματικού προσανατολισμού, η κοινωνική ανισότητα και η μόνιμη ελληνική συνήθεια να στέλνουμε τα παιδιά μπροστά χωρίς χάρτη.
Σήμερα, λοιπόν, κάποιοι νέοι χαμογελούν. Άλλοι απογοητεύονται. Άλλοι δεν ξέρουν ακόμη τι αισθάνονται. Σε όλους, όμως, αξίζει κάτι περισσότερο από συγχαρητήρια ή παρηγορητικές ατάκες. Αξίζει μια χώρα που να μη θυμάται τα παιδιά της μόνο όταν βγαίνουν οι βαθμοί. Μια χώρα που να μπορεί να τους πει όχι μόνο «πέρασες;», αλλά και «πού θέλεις να πας και πώς θα σε βοηθήσουμε να σταθείς εκεί;».
Γιατί το αληθινό πρόβλημα δεν είναι αν τα παιδιά πέρασαν τις εξετάσεις. Είναι αν η χώρα περνάει, κάθε χρόνο, τις δικές της.

