Oρμονικές αλλαγές, άγχος, μικροβίωμα και γυναικολογικές παθήσεις φαίνεται να αυξάνουν τον κίνδυνο εμφάνισης του IBS, σύμφωνα με τους ειδικούς
Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου αποτελεί μία από τις συχνότερες λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού συστήματος, επηρεάζοντας εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Παρότι μπορεί να εμφανιστεί και στα δύο φύλα, οι επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι οι γυναίκες διαγιγνώσκονται πολύ συχνότερα, με περίπου δύο στις τρεις περιπτώσεις να αφορούν γυναικείο πληθυσμό.
Πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής, προκαλώντας ενοχλήσεις που συχνά δυσκολεύουν την καθημερινότητα, χωρίς ωστόσο να οφείλονται σε κάποια οργανική βλάβη του εντέρου.
Τι είναι το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου
Σε αντίθεση με άλλες παθήσεις του πεπτικού, το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου δεν προκαλεί μόνιμες αλλοιώσεις στο έντερο. Θεωρείται λειτουργική διαταραχή, κατά την οποία η λειτουργία του πεπτικού συστήματος μεταβάλλεται, οδηγώντας στην εμφάνιση συμπτωμάτων όπως:
- χρόνιος ή επαναλαμβανόμενος κοιλιακός πόνος,
- κράμπες,
- έντονο φούσκωμα,
- αυξημένα αέρια,
- δυσκοιλιότητα,
- διάρροια ή εναλλαγή και των δύο.
Η διάγνωση δεν βασίζεται σε μία συγκεκριμένη εξέταση. Οι γαστρεντερολόγοι προχωρούν αρχικά στον αποκλεισμό άλλων νοσημάτων με παρόμοια συμπτωματολογία, όπως η κοιλιοκάκη, η δυσανεξία στη λακτόζη, η νόσος του Crohn ή άλλες παθήσεις του εντέρου, πριν καταλήξουν στη διάγνωση.
Γιατί οι γυναίκες εμφανίζουν συχνότερα το σύνδρομο
Οι ειδικοί εκτιμούν ότι δεν υπάρχει μία μόνο αιτία. Αντίθετα, πρόκειται για έναν συνδυασμό βιολογικών, ορμονικών και περιβαλλοντικών παραγόντων που φαίνεται να επιβαρύνουν περισσότερο τον γυναικείο οργανισμό.
Οι ορμονικές μεταβολές αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους λόγους. Τα επίπεδα των οιστρογόνων και της προγεστερόνης επηρεάζουν την κινητικότητα του εντέρου, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλές γυναίκες παρατηρούν έντονη επιδείνωση των συμπτωμάτων λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια της εμμήνου ρύσεως. Αντίστοιχα, αρκετές γυναίκες αναφέρουν μεγαλύτερη ένταση των ενοχλήσεων και κατά την εμμηνόπαυση, περίοδο κατά την οποία μεταβάλλεται σημαντικά και το μικροβίωμα του εντέρου.
Παράλληλα, γυναικολογικές παθήσεις όπως η ενδομητρίωση και το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών φαίνεται να συνδέονται με αυξημένη συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου, καθώς ο πυελικός πόνος και οι φλεγμονώδεις διεργασίες μπορούν να επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο το πεπτικό σύστημα.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν και οι διαταραχές του θυρεοειδούς. Ο υποθυρεοειδισμός, που εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες, επιβραδύνει τη λειτουργία του εντέρου και μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της υπερανάπτυξης βακτηρίων στο λεπτό έντερο (SIBO), μιας κατάστασης που έχει συσχετιστεί με την εμφάνιση ή την επιδείνωση του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου.
Ο «δεύτερος εγκέφαλος» του σώματος
Τα τελευταία χρόνια οι επιστήμονες δίνουν ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στον λεγόμενο άξονα εντέρου-εγκεφάλου, δηλαδή στο δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ του πεπτικού συστήματος και του εγκεφάλου.
Το χρόνιο άγχος, η ψυχολογική πίεση και η έλλειψη ποιοτικού ύπνου μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τη λειτουργία του εντέρου, μεταβάλλοντας τόσο την κινητικότητα όσο και τη σύσταση του μικροβιώματος.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί ασθενείς παρατηρούν πως τα συμπτώματα επιδεινώνονται σε περιόδους έντονου στρες. Παράλληλα, το έντερο παράγει μεγάλο μέρος της σεροτονίνης του οργανισμού, γεγονός που εξηγεί τη στενή σχέση ανάμεσα στην πεπτική λειτουργία και την ψυχική υγεία.
Πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί
Παρότι δεν υπάρχει μία ενιαία θεραπεία που να ταιριάζει σε όλους, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η σωστή διαχείριση μπορεί να περιορίσει σημαντικά τα συμπτώματα.
Η εξατομικευμένη παρακολούθηση από γαστρεντερολόγο και διατροφολόγο αποτελεί το πρώτο βήμα, ενώ σημαντική βοήθεια μπορούν να προσφέρουν οι αλλαγές στον τρόπο ζωής.
Η καλύτερη διαχείριση του άγχους, ο επαρκής ύπνος, η τακτική σωματική δραστηριότητα και η σωστή ενυδάτωση αποτελούν βασικούς παράγοντες για τη βελτίωση της λειτουργίας του εντέρου.
Παράλληλα, σε αρκετές περιπτώσεις προτείνεται η διατροφή χαμηλή σε FODMAP, η οποία περιορίζει συγκεκριμένους υδατάνθρακες που προκαλούν αυξημένη ζύμωση και παραγωγή αερίων, ενώ η σταδιακή αύξηση των φυτικών ινών μπορεί επίσης να συμβάλει στη ρύθμιση της λειτουργίας του πεπτικού, ανάλογα με τον τύπο των συμπτωμάτων.
Το μήνυμα των ειδικών
Οι γαστρεντερολόγοι επισημαίνουν ότι ο επίμονος κοιλιακός πόνος, το έντονο φούσκωμα και οι διαταραχές στις κενώσεις δεν θα πρέπει να θεωρούνται φυσιολογικές ή να αποδίδονται αποκλειστικά στο άγχος.
Η έγκαιρη αξιολόγηση από ειδικό μπορεί να αποκλείσει άλλες σοβαρές παθήσεις, να οδηγήσει στη σωστή διάγνωση και να βοηθήσει στην εφαρμογή ενός εξατομικευμένου πλάνου αντιμετώπισης, βελτιώνοντας ουσιαστικά την ποιότητα ζωής των ασθενών.

