Το Πεκίνο απορρίπτει τις κατηγορίες, ενώ αναλυτές επισημαίνουν ότι τα έγγραφα δεν τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς περί αλλοίωσης των εκλογών.
Σε νέα ένταση οδηγούνται οι σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας, μετά τις κατηγορίες που εξαπέλυσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι το Πεκίνο προχώρησε στη «μεγαλύτερη πειρατεία εκλογικών δεδομένων στην ιστορία».
Κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής ομιλίας διάρκειας περίπου 25 λεπτών, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι η Κίνα απέκτησε παράνομα περισσότερους από 220 εκατομμύρια φακέλους Αμερικανών ψηφοφόρων. Όπως ανέφερε, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών συγκέντρωναν σχετικά στοιχεία από το 2020, υποστηρίζοντας ότι δεδομένα ψηφοφόρων σε 18 πολιτείες αγοράστηκαν, παραβιάστηκαν ή εκλάπησαν.
Παράλληλα, ανακοίνωσε ότι έδωσε εντολή για τον αποχαρακτηρισμό διαβαθμισμένων εγγράφων των υπηρεσιών πληροφοριών, τα οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, αποκαλύπτουν σοβαρές αδυναμίες στο αμερικανικό εκλογικό σύστημα.
Ωστόσο, σύμφωνα με αναλύσεις του περιεχομένου των αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, αυτά δεν επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς περί εκτεταμένης κινεζικής παρέμβασης στις προεδρικές εκλογές του 2020. Αντίθετα, ορισμένα από τα έγγραφα καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι τα συστήματα καταμέτρησης ψήφων ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να παραβιαστούν σε κλίμακα ικανή να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Σε άλλο έγγραφο της CIA αναφέρεται ότι, παρά τις προσπάθειες κινεζικών παραγόντων να συλλέξουν πληροφορίες για την προεκλογική εκστρατεία του Τζο Μπάιντεν, δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι το Πεκίνο είχε πρόθεση να παρέμβει κρυφά ώστε να επηρεάσει την έκβαση των εκλογών. Παράλληλα, ένα ακόμη έγγραφο αφορούσε εκλογικές διαδικασίες στη Βενεζουέλα και όχι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, Μαρκ Γουόρνερ, απέρριψε τους ισχυρισμούς του Αμερικανού προέδρου, υποστηρίζοντας ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών δεν έχουν εντοπίσει στοιχεία που να αποδεικνύουν προσπάθεια της Κίνας να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών του 2020.
Υπενθυμίζεται ότι ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να υποστηρίζει πως οι προεδρικές εκλογές του 2020 αλλοιώθηκαν, ισχυρισμός που έχει απορριφθεί από αμερικανικά δικαστήρια, εκλογικές αρχές και ανεξάρτητους ειδικούς, οι οποίοι έχουν αναφέρει ότι δεν προέκυψαν αποδείξεις εκτεταμένης νοθείας ικανής να αλλάξει το εκλογικό αποτέλεσμα.
Η απάντηση της Κίνας
Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση. Εκπρόσωπος της κινεζικής πρεσβείας στην Ουάσινγκτον διέψευσε κατηγορηματικά τις καταγγελίες, επαναλαμβάνοντας ότι η Κίνα ακολουθεί σταθερά την αρχή της μη παρέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών.
Όπως ανέφερε, οι αμερικανικές εκλογές αποτελούν αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση των Ηνωμένων Πολιτειών και η Κίνα δεν έχει παρέμβει ούτε σκοπεύει να παρέμβει στη διαδικασία.
Σκιά στις σχέσεις Ουάσινγκτον – Πεκίνου
Οι νέες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου επιχειρούν να διατηρήσουν εύθραυστη ισορροπία στις μεταξύ τους σχέσεις, έπειτα από μήνες εμπορικών και γεωπολιτικών εντάσεων.
Οι καταγγελίες διατυπώνονται ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη οι προετοιμασίες για την προγραμματισμένη επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο, γεγονός που δημιουργεί νέα αβεβαιότητα για το κλίμα των διμερών επαφών.
Περιορισμένη αναφορά στο Ιράν
Κατά την ίδια ομιλία, ο Αμερικανός πρόεδρος αναφέρθηκε μόνο επιγραμματικά στις εξελίξεις στο Ιράν, την ώρα που οι αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίζονταν.
Ο Τραμπ δήλωσε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν «τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο» και υποστήριξε ότι οι επιχειρήσεις στο Ιράν εξελίσσονται επιτυχώς, χωρίς όμως να παρουσιάσει περαιτέρω στοιχεία ή να ανακοινώσει συγκεκριμένη στρατηγική για τη συνέχεια.
Την ίδια στιγμή, δημοσκόπηση των Washington Post-Ipsos καταγράφει επιφυλακτικότητα της αμερικανικής κοινής γνώμης απέναντι στους χειρισμούς της κυβέρνησης στο Ιράν, καθώς λιγότεροι από τρεις στους δέκα Αμερικανούς δηλώνουν ότι εγκρίνουν την πολιτική του προέδρου στο συγκεκριμένο μέτωπο.

