Υπήρχε κάποτε μια εποχή που για να φτιάξεις κόμμα χρειαζόσουν κάτι περισσότερο από ένα πρόσωπο, μια ιστορία, μερικές χιλιάδες ακολούθους και την πεποίθηση ότι «ο κόσμος είναι μαζί σου». Χρειαζόσουν ιδέες. Οργάνωση. Πρόγραμμα. Στελέχη. Πολιτικές επεξεργασίες. Συμμαχίες. Κυρίως, όμως, χρειαζόσουν κόμμα.
- του Αντώνη Ι. Αντωνόπουλου – Δημοσιογράφος
Σήμερα, φαίνεται πως η συνταγή έχει απλοποιηθεί εντυπωσιακά: Βρες ένα πρόσωπο με υψηλή αναγνωρισιμότητα, πρόσθεσε κοινωνική αγανάκτηση, λίγο αντισυστημισμό, αρκετή δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και… κάνε κι εσύ ένα κόμμα. Μπορείς!
Το σουρεαλιστικό σκηνικό που εκτυλίσσεται γύρω από την Ελπίδα για τη Δημοκρατία της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι, επομένως, απλώς μία ακόμη ιστορία εσωκομματικών αναταράξεων. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Είναι ένα ακόμη επεισόδιο σε ένα πολιτικό φαινόμενο που εξαπλώνεται: την προσωποκεντρική ίδρυση κομμάτων.
Κόμματα που δεν προκύπτουν από μια μακρά ιδεολογική ή κοινωνική ζύμωση, αλλά από τη δυναμική ενός προσώπου. Κόμματα που μοιάζουν περισσότερο με πολιτικές πλατφόρμες γύρω από έναν κεντρικό πρωταγωνιστή παρά με οργανώσεις στις οποίες το πρόσωπο είναι μέρος μιας συλλογικής πολιτικής προσπάθειας. Και εδώ υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση.
Το γεγονός ότι ένας άνθρωπος έχει ισχυρό κοινωνικό αποτύπωμα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι διαθέτει πολιτικό κόμμα.
Το γεγονός ότι κάποιος εξέφρασε με αυθεντικότητα μια κοινωνική οργή δεν σημαίνει ότι έχει απαντήσεις για τη φορολογία, την οικονομία, την άμυνα, την εξωτερική πολιτική, την παιδεία, την υγεία, την αγορά εργασίας ή την Ευρώπη.
Και κυρίως: το γεγονός ότι ένα πρόσωπο απέκτησε τεράστια δημόσια απήχηση δεν σημαίνει ότι γύρω του μπορεί αυτομάτως να οικοδομηθεί μια δημοκρατική πολιτική οργάνωση. Άλλο κοινωνικό κεφάλαιο. Άλλο πολιτικό κεφάλαιο. Και άλλο κομματικός οργανισμός. Η διαφορά είναι τεράστια.
Το πιο ενδιαφέρον, μάλιστα, είναι ότι αυτή η νέα πολιτική αρχιτεκτονική δεν αφορά μόνο την Καρυστιανού. Αποτελεί ευρωπαϊκό και διεθνές φαινόμενο. Η κρίση εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά κόμματα έχει δημιουργήσει έναν τεράστιο πολιτικό χώρο για πρόσωπα που εμφανίζονται ως «έξω από το σύστημα».
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές το «έξω από το σύστημα» μεταφράζεται σε «εγώ είμαι το σύστημα».
Και κάπου εκεί αρχίζει η ειρωνεία. Γιατί ο προσωποκεντρισμός εμφανίζεται συνήθως ως η θεραπεία απέναντι στον παλιό κομματισμό. Υπόσχεται ότι δεν θα υπάρχουν μηχανισμοί, καρέκλες, επετηρίδες, επαγγελματίες πολιτικοί και κλειστές ομάδες.
Μόνο που υπάρχει ένας κίνδυνος: όταν καταργείς τους μηχανισμούς χωρίς να δημιουργείς θεσμούς, ο μηχανισμός μπορεί απλώς να μετακομίσει μέσα στο πρόσωπο του αρχηγού.
Ο πολιτικός επιστήμονας Μορίς Ντιβερζέ είχε περιγράψει ήδη από τον 20ό αιώνα τη δύναμη των κομματικών οργανώσεων στη διαμόρφωση της πολιτικής ζωής. Σήμερα, η τάση μοιάζει να κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: από το κόμμα-οργάνωση στο κόμμα-πρόσωπο. Ο αρχηγός δεν είναι πλέον απλώς επικεφαλής του κόμματος. Είναι το κόμμα.
Το όνομα. Η εικόνα. Η αφήγηση. Το πολιτικό κεφάλαιο. Η επικοινωνία. Το μήνυμα. Και οι υπόλοιποι; Μερικές φορές απλώς το περιβάλλουν.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της υπόθεσης Καρυστιανού. Ένα κόμμα που θέλει να εμφανιστεί ως φορέας ανανέωσης της δημοκρατίας δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την εσωτερική πολυφωνία ως ενόχληση.
Γιατί η δημοκρατία δεν δοκιμάζεται όταν όλοι συμφωνούν μαζί σου.
Η δημοκρατία δοκιμάζεται όταν κάποιος μέσα στο δικό σου κόμμα σού λέει «διαφωνώ».
Εκεί φαίνεται αν υπάρχει κόμμα ή fanclub.
Εκεί φαίνεται αν υπάρχει πολιτική οργάνωση ή απλώς πολιτική προσωπολατρία.
Εκεί φαίνεται αν ο αρχηγός έχει γύρω του συνεργάτες ή χειροκροτητές.
Και οι αποχωρήσεις, οι καταγγελίες και οι εσωτερικές τριβές που βλέπουμε δεν είναι απλώς ένα δυσάρεστο επικοινωνιακό ατύχημα. Είναι η πρώτη μεγάλη δοκιμή αυτού του μοντέλου.
Γιατί όσο ένα κόμμα βρίσκεται έξω από τη Βουλή, έξω από την πραγματική άσκηση εξουσίας και απέναντι στους «άλλους», είναι εύκολο να παρουσιάζει τον εαυτό του ως διαφορετικό. Η πραγματική δοκιμασία αρχίζει όταν πρέπει να αποφασίσει ποιος αποφασίζει.
Και τότε προκύπτει το αιώνιο ερώτημα της πολιτικής: Ποιος ελέγχει τον αρχηγό;
Αν η απάντηση είναι «κανείς», τότε δεν μιλάμε για μια νέα δημοκρατική πολιτική κουλτούρα. Μιλάμε για μια παλιά συνταγή με καινούργια συσκευασία. Ο κοινωνιολόγος Μαξ Βέμπερ είχε αναλύσει τη δύναμη της χαρισματικής εξουσίας: την εξουσία που στηρίζεται όχι τόσο σε θεσμούς και κανόνες, αλλά στην προσωπική ακτινοβολία ενός ηγέτη και στην πίστη των οπαδών του.
Το πρόβλημα με τη χαρισματική πολιτική είναι γνωστό: είναι εξαιρετικά αποτελεσματική για να δημιουργήσει ένα κίνημα και εξαιρετικά δύσκολη για να δημιουργήσει θεσμό.
Κι εδώ ίσως βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα όχι μόνο της Καρυστιανού, αλλά ολόκληρης της νέας εποχής των «κομμάτων των προσώπων». Γιατί ο ελληνικός πολιτικός χάρτης κινδυνεύει να γεμίσει από κόμματα-προσωπικότητες.
Κόμματα που θα γεννιούνται από την απογοήτευση ενός εκλογικού σώματος.
Κόμματα που θα χτίζονται πάνω στην αναγνωρισιμότητα ενός προσώπου.
Κόμματα που θα καταγγέλλουν τον παλιό κομματισμό, χωρίς απαραίτητα να έχουν εξηγήσει ποιον νέο κομματισμό προτείνουν. Κόμματα που θα λένε «δεν είμαστε σαν τους άλλους», πριν ακόμη εξηγήσουν ποιοι ακριβώς είναι αυτοί που είναι. Και κάπως έτσι η πολιτική κινδυνεύει να γίνει casting.
Έχεις αναγνωρισιμότητα; Κάνε κόμμα.
Έχεις κοινωνική επιρροή; Κάνε κόμμα.
Έχεις εκατοντάδες χιλιάδες followers; Κάνε κόμμα.
Έχεις συγκρουστεί με το σύστημα; Κάνε κόμμα.
Έχεις μια ισχυρή προσωπική ιστορία; Κάνε κόμμα.
Κάνε κι εσύ ένα κόμμα… μπορείς!
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα με αυτή τη λογική.
Η δημοκρατία δεν είναι εφαρμογή που κατεβάζεις στο κινητό. Το κόμμα δεν είναι προσωπικό project. Και οι ψηφοφόροι δεν είναι followers.
Η πολιτική απαιτεί κάτι πολύ πιο δύσκολο από την αναγνωρισιμότητα: απαιτεί συλλογικότητα.
Απαιτεί να μπορείς να χάσεις μια εσωτερική ψηφοφορία και να συνεχίσεις να υπηρετείς την ίδια παράταξη.
Απαιτεί να ακούς αυτόν που σε αμφισβητεί.
Απαιτεί να συνθέτεις διαφορετικές απόψεις.
Απαιτεί να λογοδοτείς.
Απαιτεί, τελικά, να δεχθείς ότι το κόμμα δεν σου ανήκει. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο θα κριθεί και το εγχείρημα της κάθε…Καρυστιανού.
Όχι από το πόσο μεγάλη είναι η προσωπική της δημοφιλία. Όχι από το πόσοι πολίτες συμμερίζονται την αγανάκτηση που εξέφρασε. Αλλά από το αν μπορεί να μετατρέψει το προσωπικό της κεφάλαιο σε συλλογικό πολιτικό κεφάλαιο.
Αν μπορεί να περάσει από το «εγώ εκφράζω» στο «εμείς αποφασίζουμε».
Αν μπορεί να δημιουργήσει κόμμα που θα αντέχει ακόμη και όταν κάποιοι διαφωνούν με την αρχηγό του.
Γιατί τότε θα έχει επιτύχει κάτι πραγματικά νέο. Αν όχι, τότε θα έχουμε απλώς ακόμη ένα προσωποκεντρικό πολιτικό όχημα σε μια χώρα που έχει γνωρίσει αρκετά.
Και ίσως αυτό είναι το πιο ειρωνικό συμπέρασμα: Στην Ελλάδα σήμερα είναι μάλλον εύκολο να ιδρύσεις ένα κόμμα. Το δύσκολο είναι να ιδρύσεις ένα κόμμα που να μην είσαι εσύ. Και ακόμη δυσκολότερο να αποδείξεις ότι μπορεί να υπάρξει και χωρίς εσένα.

