Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σήμερα σε μια διαφορετική δημοσιονομική πραγματικότητα από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Η σταθερή ανάπτυξη, η αύξηση της απασχόλησης, η ψηφιοποίηση της φορολογικής διοίκησης και η σημαντική βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης έχουν οδηγήσει σε αισθητή διεύρυνση της φορολογητέας ύλης και σε διαδοχικά υψηλότερα φορολογικά έσοδα. Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα είναι ότι η αύξηση αυτή δεν στηρίζεται κυρίως στην επιβολή νέων φορολογικών βαρών, αλλά στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης.
- του Βασίλη Κορκίδη – πρόεδρος ΕΒΕΠ
Το 2025 τα φορολογικά έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού ανήλθαν σε περίπου 71,9 δισ. ευρώ, καταγράφοντας νέο ιστορικό υψηλό. Από αυτά, περίπου 26,5 δισ. ευρώ προήλθαν από φόρους εισοδήματος, 27,8 δισ. ευρώ από τον ΦΠΑ, 7,4 δισ. ευρώ από τους Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης και περίπου 2,5 δισ. ευρώ από τους φόρους περιουσίας, ενώ τα υπόλοιπα προήλθαν από λοιπές φορολογικές κατηγορίες. Η υπέρβαση των στόχων επιβεβαιώνει τη σημαντική ενίσχυση της φορολογικής απόδοσης της οικονομίας.
Εξίσου σημαντική είναι η εικόνα σε βάθος χρόνου. Από το 2019 μέχρι σήμερα, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά περίπου 20 δισ. ευρώ. Το ονομαστικό ΑΕΠ αυξήθηκε σημαντικά, η απασχόληση βελτιώθηκε, οι επιχειρήσεις εμφάνισαν υψηλότερους κύκλους εργασιών και τα δηλωθέντα εισοδήματα αυξήθηκαν αισθητά. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει τη σταδιακή επιστροφή της οικονομίας σε συνθήκες κανονικότητας μετά την πολυετή κρίση και την πανδημία.
Καθοριστικό ρόλο στη μεταβολή αυτή διαδραμάτισαν οι διαρθρωτικές παρεμβάσεις στη φορολογική διοίκηση. Η καθολική χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών, η λειτουργία του συστήματος myDATA, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα πληροφοριακά συστήματα της ΑΑΔΕ, η ευρύτερη αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στους ελέγχους και η διαρκής ψηφιοποίηση των διαδικασιών περιόρισαν σημαντικά τα περιθώρια φοροδιαφυγής. Παράλληλα, η αύξηση της μισθωτής απασχόλησης και η άνοδος των ονομαστικών αποδοχών ενίσχυσαν περαιτέρω τη φορολογητέα ύλη.
Η εικόνα αυτή αποδεικνύει ότι η διεύρυνση της φορολογικής βάσης αποδίδει περισσότερο από την αύξηση των φορολογικών συντελεστών. Η αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης δημιουργεί πρόσθετα δημόσια έσοδα χωρίς να επιβαρύνει δυσανάλογα τους συνεπείς φορολογουμένους. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ενισχύει τόσο τη δημοσιονομική σταθερότητα όσο και την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής.
Από την άλλη πλευρά, η σύνθεση των φορολογικών εσόδων εξακολουθεί να αναδεικνύει μια διαχρονική αδυναμία του ελληνικού φορολογικού συστήματος. Οι έμμεσοι φόροι εξακολουθούν να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των φορολογικών εσόδων, με κυρίαρχη συμβολή του ΦΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι σημαντικό μέρος των δημοσίων εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, γεγονός που επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα και επηρεάζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Η επιχειρηματική κοινότητα θεωρεί ότι η επιτυχία των τελευταίων ετών δημιουργεί πλέον έναν πραγματικό δημοσιονομικό χώρο για την υλοποίηση μόνιμων φορολογικών ελαφρύνσεων. Οι πρόσθετες εισπράξεις που προκύπτουν από την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μπορούν να επιστρέψουν στην πραγματική οικονομία μέσω μειώσεων άμεσων φόρων, ασφαλιστικών εισφορών και στοχευμένων κινήτρων για επενδύσεις και καινοτομία.
Ενόψει της ΔΕΘ, η συγκυρία είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για την υιοθέτηση μιας νέας φορολογικής στρατηγικής. Η χώρα χρειάζεται να περάσει από τη λογική της συνεχούς αύξησης των εισπράξεων στη λογική της ανακύκλωσης των δημοσιονομικών υπεραποδόσεων προς όφελος της ανάπτυξης. Η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των επιχειρήσεων, η περαιτέρω αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών, η ενίσχυση των επενδυτικών κινήτρων και η σταδιακή ελάφρυνση της μεσαίας τάξης αποτελούν μέτρα που μπορούν να χρηματοδοτηθούν χωρίς να διαταράσσουν τη δημοσιονομική ισορροπία.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς εκτιμά ότι η διατήρηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας πρέπει να συνδυαστεί με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Η μέχρι σήμερα πορεία δείχνει ότι η οικονομία παράγει πλέον περισσότερη φορολογητέα ύλη, περισσότερα δημόσια έσοδα και υψηλότερη προστιθέμενη αξία. Το επόμενο βήμα είναι η αξιοποίηση αυτής της επιτυχίας προς όφελος της επιχειρηματικότητας, της παραγωγικής οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής.
Η εμπειρία των τελευταίων ετών αποδεικνύει ότι η βιώσιμη δημοσιονομική πολιτική δεν οικοδομείται με υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές, αλλά με περισσότερη ανάπτυξη, μεγαλύτερη διαφάνεια, αποτελεσματικότερη φορολογική διοίκηση και διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Αυτή είναι η ασφαλέστερη οδός ώστε η Ελλάδα να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών της και να διαμορφώσει ένα δικαιότερο φορολογικό περιβάλλον για τα επόμενα χρόνια.

