Από τη Βρετανία έως την Ελλάδα και την Ιταλία, οι κυβερνήσεις αναζητούν νέους χώρους υποδοχής, ενώ τοπικές κοινωνίες αντιδρούν για την κλίμακα των δομών, τις υποδομές και την ασφάλεια
Η έντονη αντίδραση των κατοίκων του μικρού χωριού Piddington στην Αγγλία, απέναντι στο σχέδιο δημιουργίας εγκατάστασης για έως και 1.250 αιτούντες άσυλο, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο βρετανικό φαινόμενο.
Αντίθετα, αναδεικνύει ένα δίλημμα που αντιμετωπίζουν πλέον πολλές ευρωπαϊκές χώρες: πού θα φιλοξενηθούν οι αιτούντες άσυλο, με ποιους όρους και πόσο μεγάλο μπορεί να είναι το βάρος που αναλαμβάνει μια τοπική κοινωνία;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε διαδικασία προσαρμογής των συστημάτων υποδοχής στις νέες απαιτήσεις του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Οι χώρες-μέλη χρειάστηκε να ενισχύσουν ή να αναδιαμορφώσουν τις διαθέσιμες δομές, ενώ αρκετές αναζητούν νέες εγκαταστάσεις για screening, υποδοχή και φιλοξενία.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών παραμένουν ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα της ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής.
Το Piddington και οι 1.250 αιτούντες άσυλο
Στο Piddington του Oxfordshire, περίπου 350 κάτοικοι αντιδρούν στο σχέδιο να φιλοξενηθούν έως 1.250 ενήλικοι άνδρες σε πρώην στρατιωτική εγκατάσταση του υπουργείου Άμυνας κοντά στο Bicester.
Οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι το μέγεθος της εγκατάστασης είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον πληθυσμό του χωριού και ότι η περιοχή δεν διαθέτει τις απαραίτητες υποδομές.
Στο επίκεντρο βρίσκονται ζητήματα όπως η συγκοινωνία, ο φωτισμός και η πρόσβαση στις υπηρεσίες, αλλά και το γεγονός ότι οι φιλοξενούμενοι θα μπορούν να μετακινούνται εκτός της εγκατάστασης.
Η αντίδραση έφτασε μάλιστα μέχρι τη διοργάνωση ενός συμβολικού δημοψηφίσματος για «ανεξαρτησία» από το Ηνωμένο Βασίλειο, σε μια κίνηση που στόχο έχει να αναδείξει την αντίθεση των κατοίκων στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει συζήτηση και πέρα από τα όρια του χωριού, καθώς η βρετανική κυβέρνηση επιχειρεί παράλληλα να περιορίσει τη χρήση ξενοδοχείων για τη φιλοξενία αιτούντων άσυλο και να αξιοποιήσει πρώην στρατιωτικές εγκαταστάσεις.
Το ίδιο ερώτημα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες
Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι αποκλειστικά βρετανικό.
Σε ολόκληρη την Ευρώπη οι κυβερνήσεις καλούνται να βρουν επαρκή χωρητικότητα για την υποδοχή αιτούντων άσυλο, την ώρα που η δημιουργία νέων μεγάλων δομών συχνά προκαλεί αντιδράσεις από τις περιοχές όπου πρόκειται να εγκατασταθούν.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA) καταγράφει διαφορετικές εξελίξεις στα κράτη-μέλη: ορισμένες χώρες μειώνουν τη δυναμικότητά τους καθώς οι ανάγκες υποδοχής περιορίζονται, ενώ άλλες εξακολουθούν να αυξάνουν τις διαθέσιμες θέσεις ή να δημιουργούν νέες εγκαταστάσεις.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο όταν οι νέες δομές σχεδιάζονται σε μικρές κοινότητες ή απομακρυσμένες περιοχές, όπου ακόμη και μερικές εκατοντάδες νέοι κάτοικοι μπορούν να αλλάξουν σημαντικά τις ισορροπίες.
Από τη Βρετανία στην Ελλάδα
Παρόμοιες αντιδράσεις έχουν καταγραφεί και στην Ελλάδα.
Στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, το ζήτημα της δημιουργίας ή επέκτασης δομών φιλοξενίας έχει προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις από κατοίκους και τοπικές αρχές.
Στη Λέσβο και τη Χίο, για παράδειγμα, έχουν πραγματοποιηθεί κινητοποιήσεις και προσπάθειες παρεμπόδισης της κατασκευής νέων Κλειστών Ελεγχόμενων Δομών, ενώ σε Λέρο και Κω οι τοπικές αρχές έχουν εκφράσει επίσης την αντίθεσή τους.
Η ελληνική εμπειρία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η χώρα βρίσκεται στην εξωτερική γραμμή της ΕΕ και έχει αντιμετωπίσει επί χρόνια πολύ υψηλές πιέσεις στις δομές πρώτης υποδοχής.
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, εξετάζοντας την εμπειρία των hotspots σε Ελλάδα και Ιταλία, έχει επισημάνει ότι η λειτουργία τέτοιων συστημάτων απαιτεί καλύτερο σχεδιασμό, διαφάνεια, προστασία των ευάλωτων ομάδων και αντιμετώπιση των προβλημάτων που δημιουργούνται στις τοπικές κοινωνίες.
Και στην Ιταλία η ίδια σύγκρουση
Η Ιταλία έχει βρεθεί επίσης αντιμέτωπη με το δύσκολο ερώτημα της χωροθέτησης δομών υποδοχής.
Η χώρα έχει υιοθετήσει διαφορετικά μοντέλα, από μεγάλες εγκαταστάσεις πρώτης υποδοχής έως πιο αποκεντρωμένες δομές, ενώ τα τελευταία χρόνια η συζήτηση έχει μετατοπιστεί και προς νέες μορφές διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών και των επιστροφών.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία δείχνει ότι η επιλογή της τοποθεσίας, η δυναμικότητα και η σχέση της δομής με τον τοπικό πληθυσμό μπορούν να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό εάν μια εγκατάσταση θα λειτουργήσει ομαλά ή θα εξελιχθεί σε σημείο σύγκρουσης.
Δεν είναι μόνο θέμα «μεταναστών» – είναι και θέμα υποδομών
Ένα κοινό στοιχείο στις αντιδράσεις που καταγράφονται σε διαφορετικές χώρες είναι ότι οι κάτοικοι συχνά δεν περιορίζουν τα επιχειρήματά τους στην ίδια την παρουσία αιτούντων άσυλο.
Θέτουν ζητήματα για:
- την επάρκεια των τοπικών υπηρεσιών υγείας,
- τις μεταφορές,
- την αστυνόμευση,
- τα σχολεία και τις κοινωνικές υπηρεσίες,
- την ασφάλεια,
- τη δυνατότητα κοινωνικής ένταξης,
- αλλά και τον αριθμό των ανθρώπων που καλείται να φιλοξενήσει μια συγκεκριμένη περιοχή.
Το ζήτημα της διαβούλευσης με τους κατοίκους επανέρχεται επίσης συχνά.
Η εμπειρία από τις μεγάλες εγκαταστάσεις φιλοξενίας στη Βρετανία έχει ήδη δείξει ότι η ανεπαρκής ενημέρωση των τοπικών φορέων μπορεί να εντείνει τις αντιδράσεις. Αντίστοιχα, ευρωπαϊκοί οργανισμοί έχουν επισημάνει τη σημασία της διαφάνειας και της συνεργασίας με τις τοπικές κοινωνίες.
Από την άλλη πλευρά, οι κυβερνήσεις μιλούν για «δίκαιη κατανομή»
Το επιχείρημα των κυβερνήσεων είναι εξίσου σαφές: δεν μπορεί το βάρος της υποδοχής να συγκεντρώνεται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές.
Στη Βρετανία, ο Άντι Μπέρναμ έχει υποστηρίξει ότι δεν είναι δίκαιο οι φτωχότερες κοινότητες να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος και ότι όλες οι περιοχές πρέπει να συμβάλλουν.
Αυτό ακριβώς είναι και ένα από τα κεντρικά ερωτήματα της ευρωπαϊκής συζήτησης: πώς θα επιτευχθεί μια δίκαιη κατανομή χωρίς οι μικρές τοπικές κοινωνίες να αισθάνονται ότι τους επιβάλλεται μια δομή πολύ μεγαλύτερη από τις δυνατότητές τους.
Το ευρωπαϊκό δίλημμα
Η περίπτωση του Piddington συμπυκνώνει, τελικά, ένα πρόβλημα που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι κυβερνήσεις χρειάζονται χώρους φιλοξενίας. Οι τοπικές κοινωνίες ζητούν να έχουν λόγο για το πού και σε ποια κλίμακα θα δημιουργηθούν. Και οι ίδιοι οι αιτούντες άσυλο χρειάζονται συνθήκες που να εξασφαλίζουν αξιοπρεπή διαβίωση και πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Η λύση δεν φαίνεται να βρίσκεται ούτε στη συγκέντρωση χιλιάδων ανθρώπων σε απομονωμένες εγκαταστάσεις ούτε στην απουσία οργανωμένων δομών.
Το πραγματικό στοίχημα για την Ευρώπη είναι η σωστή χωροθέτηση, η αναλογικότητα, η επαρκής χρηματοδότηση των τοπικών υποδομών και κυρίως η συμμετοχή των ίδιων των κοινωνιών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Και όσο οι ευρωπαϊκές χώρες προχωρούν στην εφαρμογή του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το ερώτημα του Piddington θα επανέρχεται όλο και συχνότερα: ποιος αναλαμβάνει το βάρος της φιλοξενίας και πόσο «δίκαιη» είναι τελικά η κατανομή του;

