Υποκλαπείσες επικοινωνίες και άλλες πληροφορίες των υπηρεσιών πληροφοριών δείχνουν στροφή της σκληροπυρηνικής ηγεσίας της Τεχεράνης προς μια πιο επιθετική στρατηγική, με στόχο να αυξηθεί το κόστος για τις ΗΠΑ και τους περιφερειακούς συμμάχους τους
Το Ιράν φαίνεται να αξιοποίησε το δίμηνο που ακολούθησε τη συμφωνία με τις ΗΠΑ τον Ιούνιο όχι για να προετοιμάσει την οριστική αποκλιμάκωση, αλλά για να ενισχύσει τις στρατιωτικές του δυνατότητες και να προετοιμαστεί για μια νέα, ευρύτερη σύγκρουση.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, που επικαλείται υποκλαπείσες επικοινωνίες, εκτιμήσεις υπηρεσιών πληροφοριών και Ιρανούς και Άραβες αξιωματούχους, η σκληροπυρηνική ηγεσία της Τεχεράνης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία με την Ουάσινγκτον ενδέχεται να αποτελούσε απλώς έναν τρόπο για τις ΗΠΑ και το Ισραήλ να κερδίσουν χρόνο και να προετοιμάσουν ένα νέο, ισχυρότερο πλήγμα.
Αντί να βασιστεί αποκλειστικά στη διπλωματία, το Ιράν φέρεται να πέρασε σε προετοιμασία για παρατεταμένη σύγκρουση, ενισχύοντας τον ρόλο των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC), επιταχύνοντας την παραγωγή πυραύλων και drones και ενισχύοντας τον συντονισμό με συμμαχικές ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή.
Η συμφωνία που δεν έφερε την αποκλιμάκωση
Η συμφωνία που υπεγράφη τον Ιούνιο είχε ως στόχο να περιορίσει τις εχθροπραξίες, να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ευρύτερες συνομιλίες σχετικά με το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Ωστόσο, οι δύο πλευρές ερμήνευσαν διαφορετικά τις βασικές προβλέψεις της. Η διαφωνία για τον έλεγχο και τη λειτουργία του Ορμούζ παρέμεινε άλυτη, ενώ μέχρι τις 17 Αυγούστου η προβλεπόμενη περίοδος των 60 ημερών είχε παρέλθει χωρίς οριστική συμφωνία.
Για τους σκληροπυρηνικούς της Τεχεράνης, η επιστροφή στη διπλωματία θεωρήθηκε επικίνδυνη. Αντίθετα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλείται η WSJ, το Ιράν χρησιμοποίησε το διάστημα αυτό για να προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο νέας μεγάλης αναμέτρησης.
Ενισχύεται ο ρόλος των Φρουρών της Επανάστασης
Κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι η ενίσχυση της εξουσίας του IRGC, που φέρεται να έχει αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στις στρατιωτικές και εθνικές αποφάσεις ασφαλείας.
Παράλληλα, το Ιράν ενίσχυσε την παραγωγή βαλλιστικών πυραύλων και drones και φέρεται να ενέτεινε τον συντονισμό με ένοπλες οργανώσεις που υποστηρίζει σε χώρες όπως η Υεμένη, το Ιράκ και ο Λίβανος. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, Ιρανοί σύμβουλοι μετακινήθηκαν στην περιοχή προκειμένου να προετοιμάσουν τις δυνάμεις αυτές για πιθανή κλιμάκωση.
Η εξέλιξη αυτή αυξάνει τον κίνδυνο μιας σύγκρουσης που δεν θα περιορίζεται στο ιρανικό έδαφος, αλλά θα μπορούσε να επεκταθεί σε αμερικανικές βάσεις, χώρες του Κόλπου, εμπορικά πλοία και ενεργειακές υποδομές.
Το Ορμούζ στο επίκεντρο
Το σημαντικότερο στρατηγικό πλεονέκτημα της Τεχεράνης παραμένει τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου.
Η διαμάχη για τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους για τους οποίους κατέρρευσε η δυναμική της συμφωνίας του Ιουνίου. Το Ιράν επιμένει ότι έχει δικαίωμα να ρυθμίζει τη ναυσιπλοΐα στα ύδατα που ελέγχει, ενώ η Ουάσινγκτον απορρίπτει αυτή την ερμηνεία.
Η κατάσταση έχει ήδη επηρεάσει σοβαρά τη διεθνή ναυσιπλοΐα. Σύμφωνα με το Reuters, μόλις πέντε πλοία διέσχισαν τα Στενά το περασμένο Σάββατο και κανένα την Κυριακή, έναντι 31 πλοίων το προηγούμενο Σαββατοκύριακο.
Παράλληλα, η Τεχεράνη προειδοποιεί πλέον ανοιχτά ότι, εάν η διπλωματία αποτύχει, μπορεί να περάσει από την άμυνα σε «πλήρως επιθετική» στρατιωτική στάση, ακόμη και με επιθέσεις για να σπάσει τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό.
«Πόλεμος φθοράς» αντί για άμεση αναμέτρηση
Η στρατηγική που περιγράφεται από τις πηγές δεν φαίνεται να βασίζεται στην προσπάθεια του Ιράν να νικήσει στρατιωτικά τις ΗΠΑ σε μια συμβατική αναμέτρηση.
Αντίθετα, η Τεχεράνη φαίνεται να επενδύει σε έναν πόλεμο φθοράς, με στόχο να αυξήσει σταδιακά το οικονομικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος για την Ουάσινγκτον και τους συμμάχους της.
Η λογική αυτή περιλαμβάνει τη διατήρηση της οικονομίας σε κατάσταση πολέμου, την αξιοποίηση του Ορμούζ ως στρατηγικού μοχλού πίεσης και την ενεργοποίηση περιφερειακών συμμάχων σε περίπτωση νέας μεγάλης σύγκρουσης.
Η διπλωματία σε δεύτερο πλάνο
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο των νέων πληροφοριών είναι ότι η διπλωματία και η στρατιωτική προετοιμασία φαίνεται να εξελίσσονται παράλληλα.
Η Τεχεράνη συνεχίζει να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο διαπραγματεύσεων, ενώ ταυτόχρονα ενισχύει τις δυνατότητές της για μια νέα σύγκρουση. Η τακτική αυτή της επιτρέπει να διατηρεί ένα διπλωματικό κανάλι, χωρίς να εγκαταλείπει το στρατιωτικό της πλεονέκτημα.
Και το μήνυμα από την Τεχεράνη γίνεται ολοένα σαφέστερο: αν δεν υπάρξει συμφωνία για το Ορμούζ και τον τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού, το Ιράν είναι έτοιμο να κλιμακώσει. Το Reuters μετέδωσε σήμερα ότι Ιρανός ανώτατος αξιωματούχος προειδοποίησε πως, αν η Ουάσινγκτον δεν εφαρμόσει τη συμφωνία μέσα σε λίγες εβδομάδες, η Τεχεράνη μπορεί να προχωρήσει σε «έγκαιρη και ακριβή» στρατιωτική δράση.
Έτσι, η κρίση γύρω από το Ορμούζ δεν αποτελεί πλέον απλώς μια διαφωνία για τη ναυσιπλοΐα. Έχει εξελιχθεί σε κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης για το ποιος θα έχει τον στρατηγικό έλεγχο της επόμενης φάσης του πολέμου.

